Ανοιχτή τεχνολογική γνώση και ορολογία στα ελληνικά
Το προεπιλεγμένο κέλυφος (shell) εντολών στα περισσότερα συστήματα Linux. Δέχεται εντολές από τον χρήστη και τις εκτελεί στο λειτουργικό σύστημα.
Το περιβάλλον διεπαφής (CLI) όπου ο χρήστης πληκτρολογεί εντολές κειμένου για να αλληλεπιδράσει με το σύστημα.
Ένα αρχείο κειμένου που περιέχει μια σειρά από εντολές Bash, οι οποίες εκτελούνται διαδοχικά για την αυτοματοποίηση εργασιών.
Μια δομή δεδομένων στο σύστημα αρχείων Linux που αποθηκεύει όλες τις πληροφορίες για ένα αρχείο (δικαιώματα, ιδιοκτησία, μέγεθος), εκτός από το όνομα και τα περιεχόμενό του.
Το βασικό σύστημα διαχείρισης υπηρεσιών (init system) και διεργασιών στα σύγχρονα Linux, υπεύθυνο για την εκκίνηση του συστήματος και τον έλεγχο των daemons.
Μια διεργασία που τρέχει στο παρασκήνιο χωρίς άμεση αλληλεπίδραση με τον χρήστη, εκτελώντας υπηρεσίες (π.χ. web servers, cron jobs).
Ο χρονοπρογραμματιστής εργασιών στο Linux, που εκτελεί αυτόματα εντολές ή scripts σε καθορισμένες χρονικές στιγμές.
Ένα ειδικό αρχείο που λειτουργεί ως δείκτη/συντόμευση προς κάποιο άλλο αρχείο ή φάκελο στο σύστημα.
Δυναμικές τιμές (όπως το $PATH) που αποθηκεύονται στο σύστημα και επηρεάζουν τη συμπεριφορά των προγραμμάτων στο τερματικό.
Το Standard Output (κανονική έξοδος δεδομένων) και Standard Error (έξοδος σφαλμάτων) μιας διεργασίας στο τερματικό.
Εντολή που επιτρέπει την εκτέλεση μιας εντολής με δικαιώματα άλλου χρήστη, συνήθως του root, σύμφωνα με τους κανόνες του συστήματος.
Ο ειδικός λογαριασμός υπερχρήστη σε Unix/Linux με πλήρη δικαιώματα διαχείρισης του συστήματος.
Εντολή για την αλλαγή των δικαιωμάτων πρόσβασης σε αρχεία και καταλόγους.
Εντολή για την αλλαγή ιδιοκτήτη και, προαιρετικά, ομάδας ενός αρχείου ή καταλόγου.
Μεταβλητή περιβάλλοντος που καθορίζει σε ποιους καταλόγους αναζητά το shell εκτελέσιμες εντολές.
Ένα εκτελούμενο στιγμιότυπο προγράμματος με δικό του χώρο πόρων και κατάσταση στο λειτουργικό σύστημα.
Αριθμητικό αναγνωριστικό που αποδίδεται σε μια διεργασία από το λειτουργικό σύστημα.
Πρόγραμμα ή διεργασία που εκτελείται στο παρασκήνιο για να παρέχει συγκεκριμένη λειτουργία στο σύστημα ή στο δίκτυο.
Ο μηχανισμός αρχικοποίησης που ξεκινά βασικές διεργασίες μετά την εκκίνηση του πυρήνα. Σε πολλά σύγχρονα Linux τον ρόλο αυτό έχει το systemd.
Κομμάτι κώδικα που μπορεί να φορτωθεί ή να αφαιρεθεί δυναμικά από τον πυρήνα Linux, συχνά για οδηγούς υλικού ή πρόσθετη λειτουργικότητα.
Ελεγχόμενος μηχανισμός μέσω του οποίου ένα πρόγραμμα ζητά υπηρεσίες από τον πυρήνα, όπως πρόσβαση σε αρχεία ή διεργασίες.
Αφαίρεση/διεπαφή τερματικού στο Unix/Linux. Ο όρος χρησιμοποιείται και για τις εικονικές κονσόλες του συστήματος.
Διεπαφή χρήστη βασισμένη σε εντολές κειμένου αντί για γραφικά στοιχεία.
Γραφική διεπαφή που επιτρέπει την αλληλεπίδραση με το σύστημα μέσω παραθύρων, μενού και άλλων οπτικών στοιχείων.
Τα τυπικά streams εισόδου, κανονικής εξόδου και σφαλμάτων ενός προγράμματος σε Unix-like συστήματα.
Μηχανισμός του shell που διοχετεύει την έξοδο μιας εντολής ως είσοδο στην επόμενη.
Τεχνική του shell για την αλλαγή της πηγής ή του προορισμού των streams εισόδου/εξόδου, π.χ. με >, >> και <.
Εργαλείο αναζήτησης κειμένου που εντοπίζει γραμμές οι οποίες ταιριάζουν με συγκεκριμένο μοτίβο.
Επεξεργαστής ροής κειμένου για αναζήτηση, αντικατάσταση, διαγραφή και μετασχηματισμό γραμμών.
Γλώσσα και εργαλείο επεξεργασίας δομημένου κειμένου, ιδιαίτερα χρήσιμο για δεδομένα σε στήλες.
Εργαλείο γραμμής εντολών για μεταφορά δεδομένων μέσω HTTP, HTTPS και άλλων πρωτοκόλλων.
Εργαλείο γραμμής εντολών για λήψη αρχείων και πόρων από το διαδίκτυο.
Ένας διακομιστής (όπως ο Nginx) που δέχεται αιτήσεις από το διαδίκτυο και τις προωθεί σε εσωτερικές υπηρεσίες, κρύβοντας την πραγματική δομή του δικτύου.
Ένας υψηλών επιδόσεων web server και reverse proxy, γνωστός για την ελαφρότητά του και τη διαχείριση ταυτόχρονων συνδέσεων.
Το σύστημα που μεταφράζει τα ονόματα τομέων (π.x. osarena.org) σε αριθμητικές διευθύνσεις IP.
Μια αριθμητική διεύθυνση που χρησιμοποιείται για την αναγνώριση μιας διεπαφής σε ένα δίκτυο. Οι ιδιωτικές IP μπορούν να επαναχρησιμοποιούνται σε διαφορετικά τοπικά δίκτυα.
Κρυπτογραφικό πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται για την προστασία της επικοινωνίας μεταξύ client και server. Το παλαιότερο SSL έχει αντικατασταθεί από το TLS και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
Σύστημα ασφαλείας δικτύου που ελέγχει και φιλτράρει την εισερχόμενη και εξερχόμενη κίνηση βάσει προκαθορισμένων κανόνων.
Ένα λογικό σημείο επαφής στο δίκτυο (αριθμημένο από το 0 έως το 65535) που επιτρέπει την κυκλοφορία δεδομένων προς συγκεκριμένες υπηρεσίες (π.χ. 80 για HTTP, 443 για HTTPS).
Πρωτόκολλο απομακρυσμένης σύνδεσης και διαχείρισης διακομιστών με ασφαλή κρυπτογράφηση.
Η εσωτερική διεύθυνση δικτύου (127.0.0.1) με την οποία μια συσκευή επικοινωνεί με τον εαυτό της.
Η βασική μονάδα μετάδοσης δεδομένων σε ένα δίκτυο υπολογιστών.
Ένας κόμβος δικτύου που χρησιμεύει ως πέρασμα σε ένα άλλο δίκτυο, συνήθως συνδέοντας το τοπικό δίκτυο (LAN) με το διαδίκτυο (WAN).
Ένας αριθμητικός προσδιορισμός που χωρίζει μια διεύθυνση IP σε τμήματα δικτύου και υπολογιστή.
Πρωτόκολλο που αποδίδει αυτόματα διευθύνσεις IP και άλλες παραμέτρους δικτύου στις συσκευές.
Τεχνική τροποποίησης των διευθύνσεων IP στα πακέτα δικτύου καθώς διασχίζουν έναν δρομολογητή, επιτρέποντας σε πολλές συσκευές να μοιράζονται μία δημόσια IP.
Η διαδικασία ενθυλάκωσης δεδομένων δικτύου μέσα σε κρυπτογραφημένα πακέτα για ασφαλή μετάδοση μέσω δημόσιων δικτύων.
Η μοναδική φυσική διεύθυνση υλικού που είναι ενσωματωμένη σε κάθε κάρτα δικτύου (NIC).
Πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται για διαγνωστικά μηνύματα και αναφορά σφαλμάτων στο δίκτυο (όπως η εντολή ping).
Βασικά πρωτόκολλα μεταφοράς δεδομένων· το TCP εγγυάται την παράδοση των πακέτων με σειρά, ενώ το UDP είναι ταχύτερο αλλά χωρίς εγγύηση παράδοσης.
Συστήματα ή λογισμικό που κατανέμουν την εισερχόμενη κίνηση σε πολλαπλούς διακομιστές για αποφυγή υπερφόρτωσης.
Η μέθοδος αντιστοίχισης μιας διεύθυνσης IP πίσω σε όνομα τομέα (domain name), συχνά χρησιμοποιούμενη για ελέγχους ασφαλείας.
Η έκδοση 4 του Internet Protocol, με διευθύνσεις 32 bit, όπως 192.168.1.10.
Η νεότερη έκδοση του Internet Protocol, με διευθύνσεις 128 bit, σχεδιασμένη μεταξύ άλλων για τον πολύ μεγαλύτερο χώρο διευθύνσεων.
Πρωτόκολλο εφαρμογών που χρησιμοποιείται ευρέως για την ανταλλαγή πόρων στον Παγκόσμιο Ιστό.
HTTP πάνω από κρυπτογραφημένη σύνδεση TLS, ώστε η επικοινωνία να προστατεύεται από υποκλοπή και αλλοίωση κατά τη μεταφορά.
Τριψήφιος κωδικός που δηλώνει το αποτέλεσμα ενός HTTP αιτήματος, όπως 200, 301, 404 ή 500.
Διεύθυνση πόρου στο διαδίκτυο, η οποία περιγράφει πώς και πού μπορεί να προσπελαστεί ένας πόρος.
Γενικός αναγνωριστής πόρου. Το URL αποτελεί συγκεκριμένη κατηγορία URI που περιγράφει και τρόπο πρόσβασης.
Ψηφιακό πιστοποιητικό που χρησιμοποιείται στο TLS για να συνδέσει μια ταυτότητα/όνομα με κρυπτογραφικά κλειδιά.
Αρχή έκδοσης πιστοποιητικών που εμπιστεύονται οι πελάτες ώστε να επαληθεύουν πιστοποιητικά TLS και άλλες ψηφιακές ταυτότητες.
Δίκτυο κατανεμημένων servers που παραδίδει περιεχόμενο από σημεία κοντά στους χρήστες, μειώνοντας συνήθως την καθυστέρηση και το φορτίο του origin server.
Ενδιάμεσος server που δέχεται αιτήματα ενός client και τα προωθεί προς άλλον προορισμό.
Υπηρεσία που αναζητά και επιστρέφει DNS απαντήσεις για λογαριασμό ενός client.
Μεταφορά DNS ερωτημάτων μέσα από HTTPS, ώστε η DNS κίνηση να προστατεύεται κατά τη μεταφορά από παρατήρηση στο δίκτυο.
Μεταφορά DNS ερωτημάτων μέσα από TLS, παρέχοντας κρυπτογράφηση μεταξύ client και resolver.
Τοπικό δίκτυο που καλύπτει περιορισμένη γεωγραφική περιοχή, όπως ένα σπίτι ή ένα γραφείο.
Δίκτυο μεγάλης γεωγραφικής έκτασης που συνδέει διαφορετικά τοπικά ή απομακρυσμένα δίκτυα.
Η χρονικά περιορισμένη ανάθεση μιας διεύθυνσης και άλλων ρυθμίσεων δικτύου σε έναν client από DHCP server.
Τρόπος γραφής δικτύων IP με πρόθεμα μήκους, όπως 192.168.1.0/24, αντί για κλασική αναπαράσταση subnet mask.
Η θεωρητική ή διαθέσιμη χωρητικότητα μετάδοσης δεδομένων ενός καναλιού, συνήθως σε bit/s.
Ο χρόνος καθυστέρησης που απαιτείται για να μεταφερθεί ένα πακέτο ή να ολοκληρωθεί ένα αίτημα.
Τεχνική όπου πολλοί πελάτες ενός παρόχου μοιράζονται δημόσια IPv4 διεύθυνση μέσω NAT σε επίπεδο παρόχου.
Η διαδικασία επιλογής διαδρομής για τη μεταφορά πακέτων μεταξύ δικτύων.
Συσκευή ή λογισμικό που προωθεί πακέτα μεταξύ διαφορετικών δικτύων με βάση πίνακες δρομολόγησης.
Οικογένεια τεχνολογιών ενσύρματης δικτύωσης που χρησιμοποιείται ευρέως σε τοπικά δίκτυα.
Συσκευή δικτύου που προωθεί πλαίσια μεταξύ θυρών ενός τοπικού δικτύου, συνήθως με βάση MAC addresses.
Μέγιστο μέγεθος πακέτου ή πλαισίου που μπορεί να μεταφερθεί σε μια συγκεκριμένη διεπαφή χωρίς κατακερματισμό στο αντίστοιχο επίπεδο.
Εργαλείο (όπως το apt, pacman) για την αυτοματοποιημένη εγκατάσταση, αναβάθμιση και αφαίρεση λογισμικού.
Καθολικό σύστημα διανομής εφαρμογών για Linux που απομονώνει τα προγράμματα από το βασικό σύστημα μαζί με τις εξαρτήσεις τους (sandboxing).
Ένα αυτόνομο συμπιεσμένο αρχείο εφαρμογής στο Linux που περιέχει τα πάντα και εκτελείται απευθείας χωρίς εγκατάσταση.
Λογικός αριθμός που προσδιορίζει ένα endpoint δικτύου σε έναν host. Χρησιμοποιείται μαζί με μια διεύθυνση IP ώστε να κατευθύνονται συνδέσεις προς συγκεκριμένες υπηρεσίες.
Βιβλιοθήκες ή άλλα προγράμματα που απαιτούνται απαραιτήτως για να λειτουργήσει μια εφαρμογή.
Ο ανθρώπος-αναγνώσιμος κώδικας ενός προγράμματος γραφμένος σε γλώσσα προγραμματισμού, πριν μεταγλωττιστεί.
Δεδομένα ή πρόγραμμα σε δυαδική μορφή, δηλαδή σε μορφή που δεν είναι απαραίτητα αναγνώσιμη από τον άνθρωπο. Ένα binary μπορεί να είναι εκτελέσιμο, βιβλιοθήκη, αρχείο δεδομένων ή άλλο δυαδικό αντικείμενο.
Εξωτερικά αποθετήρια λογισμικού που χρησιμοποιούνται κυρίως σε συστήματα βασισμένα σε Debian/Ubuntu για τη διάθεση ανεπίσημων ή νεότερων εκδόσεων εφαρμογών.
Σύστημα διαχείρισης πακέτων εφαρμογών απομονωμένου περιβάλλοντος (sandboxed) που αναπτύχθηκε από την Canonical.
Ένα αρχείο αρχειοθέτησης (.tar ή .tar.gz) που χρησιμοποιείται ευρέως στο Linux για τη συγκέντρωση πολλών αρχείων σε ένα.
Διαχειριστής πακέτων και εργαλείο διαχείρισης αποθετηρίων σε Debian και Ubuntu και παράγωγες διανομές.
Χαμηλού επιπέδου εργαλείο διαχείρισης πακέτων .deb σε Debian-based συστήματα.
Μορφή πακέτων λογισμικού και εργαλείο οικοσυστήματος που χρησιμοποιείται από διανομές όπως Fedora και openSUSE.
Μορφή πακέτου λογισμικού που χρησιμοποιείται στο οικοσύστημα Debian και σε πολλές παράγωγες διανομές.
Αποθετήριο πακέτων που συντηρεί η κοινότητα του Arch Linux και περιέχει PKGBUILDs για αυτοματοποίηση κατασκευής πακέτων.
Έκδοση λογισμικού ή διανομής που υποστηρίζεται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από μια τυπική έκδοση.
Μοντέλο ανάπτυξης όπου το σύστημα ενημερώνεται συνεχώς αντί να μεταβαίνει περιοδικά από μία μεγάλη έκδοση στην επόμενη.
Πακέτο που περιέχει τον πηγαίο κώδικα και τα μεταδεδομένα/οδηγίες που απαιτούνται για την κατασκευή ενός binary package.
Πολιτική πλήρους απουσίας τρίτων trackers, cookies ανάλυσης και εξωτερικών scripts για την απόλυτη προστασία του απορρήτου του επισκέπτη.
Μέθοδος ασφαλούς επικοινωνίας όπου μόνο τα εμπλεκόμενα μέρη μπορούν να διαβάσουν τα μηνύματα, αποτρέποντας την υποκλοπή από ενδιάμεσους διακομιστές.
Τεχνολογία απομόνωσης εφαρμογών σε ένα ασφαλές, ελεγχόμενο περιβάλλον ώστε να μην έχουν πρόσβαση στα κρίσιμα αρχεία του υπόλοιπου συστήματος.
Δεδομένα που περιγράφουν άλλα δεδομένα (π.χ. η τοποθεσία ή η ακριβής ώρα λήψης μιας φωτογραφίας), τα οποία συχνά αφαιρούνται για λόγους απορρήτου.
Λογισμικό του οποίου ο πηγαίος κώδικας είναι ελεύθερα διαθέσιμος σε όλους για έλεγχο, τροποποίηση και βελτίωση.
Λογισμικό κλειστού κώδικα, του οποίου η χρήση, αντιγραφή και τροποποίηση περιορίζονται αυστηρά από τον δημιουργό.
Μηχανισμός επαλήθευσης ταυτότητας που απαιτεί δύο διαφορετικούς παράγοντες (π.χ. κωδικός πρόσβασης και κωδικός μιας χρήσης) για τη σύνδεση.
Μαθηματική συνάρτηση που μετατρέπει δεδομένα οποιουδήποτε μεγέθους σε μια μοναδική συμβολοσειρά σταθερού μήκους (π.χ. SHA-256), χρήσιμη για τον έλεγχο ακεραιότητας αρχείων.
Δίκτυο ανώνυμης πλοήγησης που δρομολογεί την κίνηση μέσω πολλαπλών κρυπτογραφημένων κόμβων παγκοσμίως.
Η διαδικασία αφαίρεσης ή τροποποίησης στοιχείων ταυτοποίησης από δεδομένα, ώστε να μην μπορούν να συνδεθούν με συγκεκριμένο άτομο.
Μηχανισμός ή υπηρεσία που συλλέγει δεδομένα σχετικά με τη δραστηριότητα ενός χρήστη, συσκευής ή προγράμματος.
Τεχνική αναγνώρισης ή συσχέτισης μιας συσκευής/φυλλομετρητή από χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος και της συμπεριφοράς του.
Αυτόματη συλλογή και αποστολή δεδομένων χρήσης, διάγνωσης ή λειτουργίας προς έναν πάροχο λογισμικού ή υπηρεσίας.
Σύνολο πρακτικών για τον περιορισμό της έκθεσης πληροφοριών που μπορούν να αποκαλύψουν ταυτότητα, υποδομή ή δραστηριότητα.
Οικογένεια προτύπων και εργαλείων για κρυπτογράφηση και ψηφιακές υπογραφές, συνήθως με ζεύγη δημόσιου και ιδιωτικού κλειδιού.
Ελεύθερη υλοποίηση του OpenPGP για κρυπτογράφηση, ψηφιακές υπογραφές και διαχείριση κλειδιών.
Κρυπτογραφικό κλειδί που μπορεί να διαμοιραστεί δημόσια και χρησιμοποιείται, ανάλογα με το σύστημα, για κρυπτογράφηση ή επαλήθευση υπογραφών.
Κρυπτογραφικό κλειδί που πρέπει να παραμένει μυστικό και χρησιμοποιείται, ανάλογα με το σύστημα, για αποκρυπτογράφηση ή δημιουργία ψηφιακών υπογραφών.
Κρυπτογραφική απόδειξη ότι ένα μήνυμα ή αρχείο υπογράφηκε με συγκεκριμένο ιδιωτικό κλειδί και δεν τροποποιήθηκε μετά την υπογραφή.
Υποδομή δημόσιου κλειδιού: σύνολο τεχνολογιών, ρόλων και διαδικασιών για τη διαχείριση πιστοποιητικών και κρυπτογραφικών κλειδιών.
Εφαρμογή που αποθηκεύει και διαχειρίζεται διαπιστευτήρια, συνήθως με κρυπτογραφημένη βάση δεδομένων.
Έλεγχος ταυτότητας που απαιτεί περισσότερους από έναν παράγοντες, όπως κωδικό και φυσικό κλειδί ή εφαρμογή επιβεβαίωσης.
Κοινό σύστημα αναγνωριστικών για δημοσιευμένες ευπάθειες λογισμικού και υλικού.
Σύστημα βαθμολόγησης της σοβαρότητας μιας ευπάθειας με βάση τεχνικά χαρακτηριστικά και επιπτώσεις.
Εκμετάλλευση ευπάθειας που μπορεί να ενεργοποιηθεί χωρίς ο στόχος να χρειαστεί να κάνει κλικ ή άλλη εμφανή ενέργεια.
Κακόβουλο λογισμικό σχεδιασμένο να παρακολουθεί, συλλέγει ή εξάγει πληροφορίες από μια συσκευή ή χρήστη χωρίς κατάλληλη συναίνεση.
Κακόβουλο λογισμικό που συνήθως κρυπτογραφεί ή καθιστά μη διαθέσιμα δεδομένα και απαιτεί λύτρα ή άλλη ενέργεια για την αποκατάσταση πρόσβασης.
Κακόβουλο πρόγραμμα που παρουσιάζεται ή διανέμεται ως κάτι άλλο, ώστε να πείσει τον χρήστη να το εκτελέσει ή εγκαταστήσει.
Σύνολο συσκευών που έχουν παραβιαστεί και ελέγχονται από κοινή υποδομή για αυτοματοποιημένες ενέργειες.
Υπολογιστής μικρού συντελεστή μορφής (form factor) που προσφέρει πλήρη ισχύ γραφείου/διακομιστή καταλαμβάνοντας ελάχιστο χώρο (π.χ. HP ProDesk DM).
Συσκευή αδιάλειπτης παροχής ενέργειας που προστατεύει από διακοπές ρεύματος και υπερτάσεις, προσφέροντας χρόνο για ασφαλή τερματισμό.
Μηχανισμός απορρόφησης αιχμών τάσης για την αποτροπή καταστροφής ευαίσθητων ηλεκτρονικών εξαρτημάτων.
Η προσωρινή μνήμη ταχείας προσπέλασης του υπολογιστή όπου αποθηκεύονται τα δεδομένα των τρεχουσών διεργασιών.
Μονάδα αποθήκευσης δεδομένων βασισμένη σε μνήμη flash, εξαιρετικά ταχύτερη από τους παραδοσιακούς μηχανικούς σκληρούς δίσκους (HDD).
Ο κεντρικός επεξεργαστής, ο "εγκέφαλος" του υπολογιστή που εκτελεί τις εντολές και τους υπολογισμούς.
Μονάδα επεξεργασίας γραφικών, σχεδιασμένη για την επιτάχυνση της απόδοσης εικόνων, βίντεο και παραλληλισμένων υπολογισμών (AI).
Το χαμηλού επιπέδου λογισμικό εκκίνησης (firmware) που προετοιμάζει το υλικό του υπολογιστή πριν φορτώσει το λειτουργικό σύστημα.
Το θεμελιώδες τμήμα ενός λειτουργικού συστήματος που διαχειρίζεται τους πόρους του υλικού και την επικοινωνία τους με το λογισμικό.
Εξωτερικές συσκευές συνδεδεμένες στον υπολογιστή (π.χ. πληκτρολόγιο, ποντίκι, οθόνη, εξωτερικοί δίσκοι).
Ολοκληρωμένο κύκλωμα που ενσωματώνει σε ένα chip πολλαπλά υποσυστήματα, όπως CPU, GPU, memory controller και άλλες λειτουργίες.
Οικογένεια αρχιτεκτονικών επεξεργαστών που χρησιμοποιείται ευρέως σε κινητές συσκευές, embedded συστήματα και σύγχρονους υπολογιστές.
64-bit αρχιτεκτονική επεξεργαστών συμβατή με το οικοσύστημα x86, ευρέως χρησιμοποιούμενη σε desktop και server συστήματα.
Λογισμικό χαμηλού επιπέδου που είναι αποθηκευμένο σε συσκευή και ελέγχει βασικές λειτουργίες του υλικού.
Σύγχρονο firmware interface που αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό το παραδοσιακό BIOS και αναλαμβάνει την αρχικοποίηση του συστήματος και τη διαδικασία boot.
Λογισμικό που εκκινεί τη διαδικασία φόρτωσης ενός λειτουργικού συστήματος ή πυρήνα.
Δημοφιλής bootloader του οικοσυστήματος Linux, ικανός να εμφανίζει μενού εκκίνησης και να φορτώνει διαφορετικά λειτουργικά ή kernels.
Αυτόματος περιορισμός της απόδοσης ενός επεξεργαστή ή άλλου εξαρτήματος όταν η θερμοκρασία ξεπερνά συγκεκριμένα όρια.
Τεχνική τιμή που σχετίζεται με τη θερμική σχεδίαση ενός επεξεργαστή ή chip και χρησιμοποιείται για τον σχεδιασμό ψύξης και τροφοδοσίας.
Μνήμη που μπορεί να ανιχνεύει και, ανάλογα με την υλοποίηση, να διορθώνει ορισμένα σφάλματα δεδομένων.
Πρωτόκολλο σχεδιασμένο για συσκευές αποθήκευσης που επικοινωνούν μέσω PCIe, προσφέροντας υψηλή απόδοση και χαμηλή καθυστέρηση.
Ελαφριά γλώσσα σήμανσης με απλό κείμενο, η οποία μετατρέπεται εύκολα σε HTML για συγγραφή τεκμηρίωσης και ιστολογίων.
Μοντέρνα, γρήγορη και ελαφριά πλατφόρμα φόρουμ ανοιχτού κώδικα βασισμένη σε PHP και JavaScript.
Σύστημα κατανεμημένου ελέγχου εκδόσεων για την παρακολούθηση αλλαγών στον πηγαίο κώδικα κατά την ανάπτυξη λογισμικού.
Εργαλείο εκτέλεσης και διαχείρισης μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης (LLMs) τοπικά στη συσκευή του χρήστη.
Σύνολο κανόνων και πρωτοκόλλων που επιτρέπουν σε διαφορετικές εφαρμογές λογισμικού να επικοινωνούν μεταξύ τους.
Οι βασικές τεχνολογίες του ιστού· η HTML δομεί τη σελίδα, η CSS ομορφαίνει την εμφάνιση και η JavaScript προσθέτει διαδραστικότητα.
Ελαφρύς τύπος ανταλλαγής δομημένων δεδομένων, ευανάγνωστος από ανθρώπους και μηχανές.
Τοπικός εξυπηρετητής ανάπτυξης που χρησιμοποιείται για δοκιμές ιστοσελίδων και εφαρμογών απευθείας στον υπολογιστή του δημιουργού.
Η αυτοματοποιημένη εξαγωγή δεδομένων από ιστοσελίδες με τη χρήση εξειδικευμένων προγραμμάτων ή scripts.
Ελαφρύ, απομονωμένο περιβάλλον εκτέλεσης εφαρμογών που περιέχει ό,τι χρειάζεται το πρόγραμμα για να τρέξει απρόσκοπτα παντού.
Μικρό δεδομένο που αποθηκεύεται από έναν ιστότοπο στον browser και μπορεί να χρησιμοποιείται για συνεδρίες, προτιμήσεις ή παρακολούθηση.
Λογική περίοδος αλληλεπίδρασης ενός χρήστη με μια υπηρεσία, συχνά διατηρούμενη μέσω cookie ή token.
Αποθηκευμένη προσωρινή αντιγραφή δεδομένων που επιτρέπει ταχύτερη πρόσβαση όταν τα ίδια δεδομένα ζητηθούν ξανά.
Εφαρμογή που ανακτά και εμφανίζει πόρους του Παγκόσμιου Ιστού και εκτελεί κώδικα web, όπως HTML, CSS και JavaScript.
Τιμή HTTP header με πληροφορίες που δηλώνουν συνήθως το λογισμικό client, όπως browser και λειτουργικό σύστημα.
Δενδροειδής αναπαράσταση ενός εγγράφου HTML που χρησιμοποιείται από τον browser και τη JavaScript για ανάγνωση και τροποποίηση της σελίδας.
Μηχανισμός ασφαλείας των browsers που ελέγχει υπό ποιες προϋποθέσεις ένας origin μπορεί να ζητήσει πόρους από διαφορετικό origin.
Μηχανισμός ασφαλείας μέσω HTTP headers που περιορίζει από ποιες πηγές επιτρέπεται να φορτώνεται ή να εκτελείται περιεχόμενο μιας ιστοσελίδας.
Πρωτόκολλο που επιτρέπει αμφίδρομη, επίμονη επικοινωνία μεταξύ browser και server πάνω από σύνδεση δικτύου.
Αρχιτεκτονικό στυλ για υπηρεσίες web που βασίζεται σε πόρους και τυπικές HTTP μεθόδους.
Μεταδεδομένα που συνοδεύουν HTTP αιτήματα και απαντήσεις, μεταφέροντας πληροφορίες για caching, authentication, τύπους περιεχομένου και άλλες παραμέτρους.
Αρχείο που μπορεί να δηλώνει σε web crawlers ποιες διαδρομές ενός site επιθυμεί ο διαχειριστής να ανιχνεύονται ή να μην ανιχνεύονται. Δεν αποτελεί μηχανισμό ασφάλειας.
Αρχείο ή σύνολο αρχείων που περιγράφουν URL ενός ιστότοπου ώστε να διευκολύνεται η ανακάλυψη και ευρετηρίασή τους από crawlers.
Τυπική γλώσσα για την περιγραφή μοτίβων κειμένου, χρήσιμη σε αναζήτηση, φιλτράρισμα και μετασχηματισμό δεδομένων.
Αποθετήριο που περιέχει το ιστορικό και τις εκδόσεις ενός project που διαχειρίζεται το Git.
Παράλληλη γραμμή ανάπτυξης σε ένα σύστημα ελέγχου εκδόσεων, συνήθως στο Git.
Καταγεγραμμένη αλλαγή στο ιστορικό ενός Git repository, συνοδευόμενη από μήνυμα και μεταδεδομένα.
Διαδικασία συνδυασμού αλλαγών από διαφορετικά branches σε ένα κοινό ιστορικό.
Αμετάβλητο πακέτο που περιέχει τα αρχεία και τις μεταδεδομένες ρυθμίσεις που απαιτούνται για τη δημιουργία ενός container.
Υπηρεσία αποθήκευσης και διανομής container images ή, σε άλλα οικοσυστήματα, πακέτων λογισμικού.
Διαδικασία δημιουργίας αντιγράφων κρίσιμων αρχείων σε ξεχωριστό αποθηκευτικό χώρο για την αποφυγή απώλειας σε περίπτωση βλάβης.
Ισχυρό εργαλείο γραμμής εντολών στο Linux για γρήγορη και αποδοτική συγχρονισμένη αντιγραφή αρχείων τοπικά ή απομακρυσμένα.
Η μέθοδος οργάνωσης, αποθήκευσης και διαχείρισης αρχείων και φακέλων σε μια μονάδα δίσκου (π.χ. Ext4, ZFS, NTFS).
Ο λογικός διαχωρισμός ενός φυσικού σκληρού δίσκου σε ανεξάρτητα τμήματα.
Συσκευή αποθήκευσης συνδεδεμένη στο τοπικό δίκτυο, προσβάσιμη από πολλαπλές συσκευές για κοινή χρήση αρχείων.
Η διαδικασία προσάρτησης ενός αποθηκευτικού μέσου ή διαμερίσματος ώστε να γίνει προσβάσιμο από το δέντρο καταλόγων του λειτουργικού συστήματος.
Διαδικασία μετατροπής πλεγμένου βίντεο (interlaced) σε προοδευτικό (progressive) για καθαρότερη προβολή σε σύγχρονες οθόνες.
Μείωση του μεγέθους των αρχείων με κωδικοποίηση της πληροφορίας, χωριζόμενη σε συμπίεση χωρίς απώλειες (lossless) και με απώλειες (lossy).
Ο όγκος των δεδομένων που μεταδίδονται ανά μονάδα χρόνου σε αρχεία πολυμέσων ή συνδέσεις δικτύου.
Τεχνολογία συνδυασμού πολλαπλών σκληρών δίσκων για βελτίωση ταχύτητας ή ασφάλειας δεδομένων έναντι βλαβών.
Η διαδικασία με την οποία ένα filesystem συνδέεται σε συγκεκριμένο σημείο του directory tree και γίνεται προσβάσιμο.
Αρχείο ρυθμίσεων σε Unix/Linux που περιγράφει filesystems τα οποία μπορούν να προσαρτώνται αυτόματα.
Μοναδικό αναγνωριστικό που χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, για την αναφορά partitions και filesystems ανεξάρτητα από τη θέση του device name.
Filesystem που διατηρεί journal για ορισμένες αλλαγές μεταδεδομένων ή δεδομένων, βοηθώντας στην ταχύτερη αποκατάσταση μετά από διακοπή.
Ευρέως χρησιμοποιούμενο filesystem στο Linux, με υποστήριξη journaling και χαρακτηριστικά για μεγάλα αρχεία και volumes.
Σύστημα αρχείων και διαχειριστής storage με χαρακτηριστικά όπως checksumming, snapshots, pools και μηχανισμούς προστασίας ακεραιότητας.
Στιγμιότυπο της κατάστασης δεδομένων ή filesystem σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ανάλογα με την τεχνολογία υλοποίησης.
Τιμή που υπολογίζεται από δεδομένα και χρησιμοποιείται για ανίχνευση αλλαγών ή σφαλμάτων κατά τη μεταφορά και αποθήκευση.
Μοντέλο αποθήκευσης όπου τα δεδομένα αποθηκεύονται ως αντικείμενα μαζί με μεταδεδομένα και αναγνωριστικά, αντί για κλασικό directory tree.
Ένας εικονικός ιδιωτικός διακομιστής που λειτουργεί πάνω σε φυσικό υλικό cloud, προσφέροντας αποκλειστικούς πόρους και πλήρη διαχειριστικό έλεγχο (root access).
Προσομοίωση ενός πλήρους υπολογιστή μέσω λογισμικού (hypervisor) πάνω σε άλλο φυσικό σύστημα.
Δημοφιλής πλατφόρμα δημιουργίας και διαχείρισης ελαφρών containers για την απομονωμένη εκτέλεση εφαρμογών.
Το λογισμικό ή υλικολογισμικό που δημιουργεί και διαχειρίζεται εικονικές μηχανές.
Υπηρεσία αποθήκευσης δεδομένων σε απομακρυσμένους διακομιστές στο διαδίκτυο, προσβάσιμη από οπουδήποτε.
Μοντέλο διάθεσης λογισμικού μέσω διαδικτύου, συνήθως με συνδρομή, χωρίς ανάγκη τοπικής εγκατάστασης.
Παροχή βασικών υποδομών πληροφορικής (διακομιστές, δίκτυα, αποθήκευση) κατά παραγγελία μέσω cloud.
Η ικανότητα ενός συστήματος να προσαρμόζει τους πόρους του ανάλογα με τον φόρτο εργασίας.
Η διαδικασία μεταφοράς δεδομένων, εφαρμογών ή ολόκληρων συστημάτων από μια υποδομή σε άλλη.
Αρχιτεκτονική συστημάτων σχεδιασμένη να παραμένει λειτουργική χωρίς διακοπές ακόμη και σε περίπτωση βλάβης.
Τεχνολογία εικονικοποίησης στον Linux kernel που επιτρέπει τη λειτουργία virtual machines με hardware-assisted virtualization.
Emulator και virtualizer που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση και εικονικοποίηση διαφορετικών αρχιτεκτονικών και λειτουργικών συστημάτων.
Αποθηκευμένη κατάσταση μιας virtual machine σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ανάλογα με το hypervisor και το storage backend.
Αυτοματοποιημένη διαχείριση πολλών containers, virtual machines ή υπηρεσιών, όπως ανάπτυξη, κλιμάκωση και αποκατάσταση.
Πλατφόρμα orchestration για containers, σχεδιασμένη για αυτοματοποίηση ανάπτυξης, κλιμάκωσης και διαχείρισης εφαρμογών.
Μοντέλο ανάπτυξης όπου διατηρούνται δύο περιβάλλοντα και η κίνηση μεταφέρεται από το ένα στο άλλο όταν η νέα έκδοση είναι έτοιμη.
Επαναφορά εφαρμογής, συστήματος ή δεδομένων σε προηγούμενη γνωστή κατάσταση μετά από αποτυχημένη αλλαγή.
Φιλική και σταθερή διανομή Linux με κύριες εκδόσεις βασισμένες στο Ubuntu και ξεχωριστή έκδοση LMDE βασισμένη στο Debian, σχεδιασμένη κυρίως για χρήση σε επιφάνεια εργασίας.
Το προεπιλεγμένο, μοντέρνο και παραδοσιακό γραφικό περιβάλλον (desktop environment) του Linux Mint.
Ένα από τα παλαιότερα, πιο σταθερά και σεβαστά λειτουργικά συστήματα Linux που αποτελεί τη βάση πολλών άλλων διανομών.
Δημοφιλής διανομή Linux γνωστή για την ευκολία χρήσης και την ευρεία υποστήριξη υλικού και λογισμικού.
Μινιμαλιστική και ευέλικτη διανομή Linux σχεδιασμένη για προχωρημένους χρήστες, με μοντέλο συνεχών ενημερώσεων (rolling release).
Το γραφικό περιβάλλον (παράθυρα, πίνακες εφαρμογών, εικονίδια) που βλέπει και χρησιμοποιεί ο χρήστης στο λειτουργικό σύστημα.
Τα πρωτόκολλα διαχείρισης παραθύρων και απεικόνισης γραφικών (display servers) στο Linux.
Οικογένεια προτύπων που εξασφαλίζει τη συμβατότητα μεταξύ διαφορετικών λειτουργικών συστημάτων (κυρίως Unix-like).
Το ιστορικό πολυχρηστικό λειτουργικό σύστημα από το οποίο προήλθαν τα περισσότερα σύγχρονα συστήματα τύπου Unix (Linux, macOS).
Η εγκατάσταση δύο διαφορετικών λειτουργικών συστημάτων στον ίδιο υπολογιστή, με επιλογή ποιο θα ξεκινήσει κατά την εκκίνηση.
Πλήρης διανομή λειτουργικού Linux που συνδυάζει τον πυρήνα με εργαλεία, βιβλιοθήκες, package manager και προεπιλεγμένες ρυθμίσεις.
Διανομή ή σύστημα που χρησιμοποιεί το οικοσύστημα πακέτων και τις βασικές τεχνολογίες του Debian ή βασίζεται σε αυτό.
Διανομή που χρησιμοποιεί το Ubuntu ως βάση ή ακολουθεί στενά το οικοσύστημα και τα repositories του.
Διανομή που χρησιμοποιεί το οικοσύστημα RPM για τη συσκευασία λογισμικού, όπως Fedora και συγγενείς διανομές.
Λογισμικό που διαχειρίζεται τη θέση, το μέγεθος και τη συμπεριφορά των παραθύρων σε ένα γραφικό περιβάλλον.
Ο αριθμός έκδοσης του πυρήνα που χρησιμοποιεί ένα σύστημα και συνδέεται με χαρακτηριστικά, οδηγούς και διορθώσεις.
Upstream είναι το αρχικό project από το οποίο προέρχεται λογισμικό· downstream είναι μια διανομή ή project που το ενσωματώνει και το προσαρμόζει.
Οικογένεια λειτουργικών συστημάτων ανοιχτού κώδικα βασισμένα στον ομώνυμο πυρήνα (Kernel), γνωστά για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και τις πολλαπλές διανομές (Distros) τους.
Proprietary λειτουργικό σύστημα της Microsoft, ευρέως διαδεδομένο σε προσωπικούς υπολογιστές (PCs) για οικιακή και επαγγελματική χρήση.
Το λειτουργικό σύστημα της Apple σχεδιασμένο αποκλειστικά για τους υπολογιστές Mac, βασισμένο σε Unix αρχιτεκτονική.
Προηγμένο λειτουργικό σύστημα βασισμένο στο Berkeley Unix (BSD), προσφέροντας εξαιρετικές επιδόσεις σε δικτυακούς servers και προηγμένη σταθερότητα.
Λειτουργικό σύστημα ανοιχτού κώδικα τύπου Unix, παγκοσμίως αναγνωρισμένο για την έμφαση στην προεπιλεγμένη ασφάλεια, την κρυπτογραφία και τον καθαρό κώδικα.
Η ιστορική οικογένεια λειτουργικών συστημάτων Unix που αποτέλεσε τη βάση για σύγχρονα συστήματα όπως τα FreeBSD, OpenBSD και NetBSD.
Λειτουργικό σύστημα κινητών συσκευών ανοιχτού κώδικα βασισμένο σε πυρήνα Linux, αναπτυσσόμενο κυρίως από την Google.
Το κλειστό λειτουργικό σύστημα κινητών συσκευών της Apple, σχεδιασμένο αποκλειστικά για τα iPhone.
Ευρύς όρος για υπολογιστικά συστήματα που εκτελούν εργασίες οι οποίες συνδέονται με ανθρώπινες ικανότητες, όπως αντίληψη, πρόβλεψη, παραγωγή περιεχομένου ή λήψη αποφάσεων.
Κλάδος της AI όπου μοντέλα μαθαίνουν μοτίβα από δεδομένα ώστε να κάνουν προβλέψεις ή να παράγουν αποτελέσματα χωρίς να έχουν όλες τις οδηγίες κωδικοποιημένες χειροκίνητα.
Μεγάλο γλωσσικό μοντέλο που έχει εκπαιδευτεί σε μεγάλες ποσότητες δεδομένων κειμένου και μπορεί να επεξεργάζεται και να παράγει φυσική γλώσσα.
Μικρότερο γλωσσικό μοντέλο με λιγότερες παραμέτρους και συνήθως χαμηλότερες απαιτήσεις σε πόρους, κατάλληλο για τοπική ή περιορισμένης κλίμακας inference.
Συστήματα AI που παράγουν νέο περιεχόμενο, όπως κείμενο, εικόνες, ήχο ή κώδικα, με βάση πρότυπα που έμαθαν κατά την εκπαίδευση.
Η διαδικασία κατά την οποία ένα εκπαιδευμένο μοντέλο χρησιμοποιείται για να παράγει πρόβλεψη ή απάντηση σε νέα είσοδο.
Η διαδικασία προσαρμογής των παραμέτρων ενός μοντέλου με βάση δεδομένα και έναν στόχο εκπαίδευσης.
Αριθμητικές τιμές που μαθαίνει ένα μοντέλο κατά την εκπαίδευση και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά του.
Μονάδα στην οποία ένα γλωσσικό μοντέλο αναλύει κείμενο για επεξεργασία και παραγωγή. Δεν αντιστοιχεί απαραίτητα σε μία ολόκληρη λέξη.
Το μέγιστο πλήθος tokens που μπορεί να λαμβάνει υπόψη ένα μοντέλο σε μια δεδομένη διαδικασία επεξεργασίας, ανάλογα με την υλοποίηση.
Αριθμητική διανυσματική αναπαράσταση δεδομένων, όπως κειμένου, που επιτρέπει υπολογισμούς ομοιότητας και αναζήτηση με βάση το νόημα.
Τεχνική μείωσης της ακρίβειας των αριθμητικών παραμέτρων ενός μοντέλου ώστε να μειωθούν μνήμη και υπολογιστικό κόστος.
Μορφή αρχείου μοντέλων που χρησιμοποιείται ευρέως στο οικοσύστημα llama.cpp και για τοπική inference με quantized μοντέλα.
Αρχιτεκτονική όπου το μοντέλο λαμβάνει σχετικά εξωτερικά δεδομένα μέσω ανάκτησης και τα χρησιμοποιεί κατά την παραγωγή απάντησης.
Η είσοδος ή οδηγία που δίνεται σε ένα μοντέλο AI για να καθοδηγήσει την παραγωγή ή επεξεργασία αποτελέσματος.
Παραγόμενο αποτέλεσμα που παρουσιάζεται ως πληροφορία αλλά είναι λανθασμένο, ανυπόστατο ή δεν υποστηρίζεται από τα διαθέσιμα δεδομένα.
Εκτέλεση μοντέλων AI τοπικά σε υπολογιστή ή δική μας υποδομή αντί να αποστέλλονται τα δεδομένα σε εξωτερική υπηρεσία για inference.
Εκτέλεση ενός μοντέλου AI με τον επεξεργαστή του συστήματος, χωρίς απαραίτητη χρήση ειδικού accelerator.
Εκτέλεση υπολογισμών AI στην GPU, αξιοποιώντας τον παραλληλισμό της για συχνά υψηλότερη ταχύτητα σε κατάλληλα workloads.
Λογισμικό που παρέχει στον χρήστη τις βασικές ελευθερίες χρήσης, μελέτης, τροποποίησης και διανομής, σύμφωνα με την άδειά του.
Μοντέλο ανάπτυξης και αδειοδότησης που επιτρέπει την πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα και την άσκηση δικαιωμάτων που ορίζει η συγκεκριμένη open-source license.
Μηχανισμός αδειοδότησης που επιτρέπει τροποποίηση και διανομή, αλλά υπό συγκεκριμένους όρους απαιτεί τη διατήρηση αντίστοιχων ελευθεριών σε παράγωγες διανομές.
Άδεια με σχετικά λίγους περιορισμούς, που επιτρέπει ευρεία επαναχρησιμοποίηση και συχνά ενσωμάτωση και σε proprietary έργα, ανάλογα με τους όρους της.
Copyleft άδεια ελεύθερου λογισμικού που επιτρέπει χρήση, μελέτη, τροποποίηση και διανομή υπό τους όρους της GPL.
Άδεια της οικογένειας GPL σχεδιασμένη ώστε βιβλιοθήκες να μπορούν, υπό συγκεκριμένους όρους, να συνδέονται και με λογισμικό διαφορετικής άδειας.
Σύντομη permissive άδεια που επιτρέπει ευρεία χρήση, τροποποίηση και διανομή, με βασικές υποχρεώσεις διατήρησης της άδειας και της σχετικής δήλωσης copyright.
Permissive άδεια λογισμικού με σαφείς όρους σχετικά με copyright και πατέντες, επιτρέποντας ευρεία επαναχρησιμοποίηση.
Οικογένεια permissive αδειών ελεύθερου/ανοιχτού λογισμικού με λίγους περιορισμούς στη χρήση και διανομή.
Περιγραφή λογισμικού του οποίου ο πηγαίος κώδικας είναι διαθέσιμος για ανάγνωση, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι η άδεια πληροί τον ορισμό του Open Source.
Έργο για το οποίο δεν εφαρμόζονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στην αντίστοιχη δικαιοδοσία ή έχουν παραιτηθεί/λήξει σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.
Νέο project που ξεκινά από τον κώδικα ενός υπάρχοντος project και συνεχίζει με ανεξάρτητη ανάπτυξη.
Άτομο ή ομάδα που έχει την ευθύνη συντήρησης, ελέγχου αλλαγών, releases ή γενικής κατεύθυνσης ενός open-source project.
Άτομο που συνεισφέρει κώδικα, τεκμηρίωση, μεταφράσεις, αναφορές σφαλμάτων ή άλλες αλλαγές σε ένα project.
Το αρχικό project που αποτελεί την κύρια πηγή κώδικα ή ανάπτυξης για downstream projects και διανομές.
Δημοφιλής, ευανάγνωστη γλώσσα προγραμματισμού υψηλού επιπέδου, ιδανική για αυτοματισμούς, ανάπτυξη εφαρμογών και τεχνητή νοημοσύνη.
Η γλώσσα προγραμματισμού που τρέχει στους φυλλομετρητές και δίνει δυναμική συμπεριφορά στις ιστοσελίδες.
Γλώσσα σεναρίων ευρέως διαδεδομένη για ανάπτυξη δυναμικών ιστοσελίδων και συστημάτων διαχείρισης περιεχομένου (CMS).
Ισχυρές γλώσσες χαμηλού/μεσαίου επιπέδου για γρήγορη ανάπτυξη συστημάτων, προγραμμάτων οδήγησης και παιχνιδιών.
Γλώσσα ερωτημάτων για τη διαχείριση και ανάκτηση δεδομένων σε σχεσιακές βάσεις δεδομένων.
Πρόγραμμα που μεταφράζει τον πηγαίο κώδικα μιας γλώσσας σε εκτελέσιμο δυαδικό κώδικα μηχανής.
Πρόγραμμα που διαβάζει και εκτελεί κώδικα γραμμένο σε γλώσσα προγραμματισμού γραμμή-γραμμή σε πραγματικό χρόνο.
Ονομασμένος χώρος στη μνήμη του υπολογιστή για την αποθήκευση δεδομένων κατά την εκτέλεση ενός προγράμματος.
Τμήμα κώδικα που εκτελεί μια συγκεκριμένη εργασία και μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί όσες φορές χρειαστεί.
Η διαδικασία ανίχνευσης, ανάλυσης και διόρθωσης σφαλμάτων (bugs) στον κώδικα ενός προγράμματος.
Επαναχρησιμοποιήσιμος κώδικας που παρέχει λειτουργίες σε άλλα προγράμματα χωρίς να αποτελεί απαραίτητα αυτόνομη εφαρμογή.
Σύνολο δομών, βιβλιοθηκών και συμβάσεων που παρέχει ένα πλαίσιο πάνω στο οποίο αναπτύσσονται εφαρμογές.
Το περιβάλλον λογισμικού που απαιτείται για την εκτέλεση ενός προγράμματος, όπως ο runtime μιας γλώσσας ή πλατφόρμας.
Λογισμικό ή βιβλιοθήκη που απαιτείται από ένα άλλο πακέτο για να εγκατασταθεί ή να λειτουργήσει σωστά.
Συγκεκριμένο σημείο πρόσβασης μιας API, συνήθως ένα URL ή route που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη λειτουργία ή πόρο.
Εντολή στη γλώσσα SQL για ανάγνωση, εισαγωγή, ενημέρωση ή διαγραφή δεδομένων σε σχεσιακή βάση.
Σύστημα οργανωμένης αποθήκευσης και ανάκτησης δεδομένων μέσω καθορισμένου μοντέλου και μηχανισμών διαχείρισης.
Διαδικασία εντοπισμού και διόρθωσης σφαλμάτων στη λειτουργία ενός προγράμματος.
Αυτοματοποιημένος έλεγχος μιας μικρής και συγκεκριμένης μονάδας κώδικα, όπως μιας συνάρτησης.
Ελεγχόμενη διαδικασία προσομοίωσης επίθεσης σε σύστημα ή δίκτυο για τον εντοπισμό ευπαθειών ασφαλείας προτού εκμεταλλευτούν από κακόβουλους χρήστες.
Ένα κενό ασφαλείας ή σφάλμα στον σχεδιασμό/κώδικα λογισμικού που επιτρέπει σε εισβολέων να παρακάμψουν τους ελέγχους ασφαλείας.
Κώδικας ή μέθοδος που εκμεταλλεύεται μια συγκεκριμένη ευπάθεια για να αποκτήσει μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση.
Γενικός όρος για κακόβουλο λογισμικό (ιούς, trojans, ransomware, spyware) σχεδιασμένο να προκαλέσει ζημιά ή υποκλοπή δεδομένων.
Τεχνική κοινωνικής μηχανικής όπου οι επιθέσεις εξαπατούν τους χρήστες ώστε να αποκαλύψουν ευαίσθητα στοιχεία (κωδικούς, κάρτες).
Μέθοδος επίθεσης με δοκιμή όλων των πιθανών συνδυασμών κωδικών πρόσβασης μέχρι να βρεθεί ο σωστός.
Ευπάθεια λογισμικού που είναι άγνωστη στους δημιουργούς του και για την οποία δεν υπάρχει ακόμα διαθέσιμη διόρθωση (patch).
Η τέχνη της χειραγώγησης ανθρώπων ώστε να αποκαλύψουν εμπιστευτικές πληροφορίες ή να παραβιάσουν πρωτόκολλα ασφαλείας.
Η υποκλοπή και ανάλυση δεδομένων που διακινούνται μέσα σε ένα δίκτυο, συχνά χρησιμοποιούμενη για διαγνωστικούς σκοπούς ή παράνομα.
Σύνολο κακόβουλου λογισμικού που αποκτά προνόμια διαχειριστή (root) σε ένα σύστημα και κρύβεται βαθιά μέσα του για να μην εντοπιστεί.
Δομημένη ανάλυση του τι προστατεύουμε, από ποιους απειλείται, ποιες δυνατότητες έχει ο αντίπαλος και ποιοι είναι οι αποδεκτοί κίνδυνοι.
Το σύνολο των σημείων όπου ένα σύστημα μπορεί να εκτεθεί σε επίθεση ή μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση.
Διαδικασία μείωσης της επιφάνειας επίθεσης και βελτίωσης της ασφάλειας ενός συστήματος μέσω ρυθμίσεων, ενημερώσεων και περιορισμού υπηρεσιών.
Εκμετάλλευση αδυναμίας ή λανθασμένης ρύθμισης ώστε ένας χρήστης ή διεργασία να αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα από τα προβλεπόμενα.
Κατηγορία ευπάθειας όπου μη αξιόπιστη είσοδος επηρεάζει την εκτέλεση εντολών στο λειτουργικό σύστημα.
Ευπάθεια όπου μη ασφαλής διαχείριση εισόδου επιτρέπει την τροποποίηση SQL ερωτημάτων με μη εξουσιοδοτημένο τρόπο.
Ευπάθεια web όπου μη αξιόπιστο περιεχόμενο μπορεί να εκτελεστεί ως script στο browser άλλου χρήστη.
Επίθεση όπου ένας χρήστης με ενεργή συνεδρία παρασύρεται ώστε ο browser του να στείλει ανεπιθύμητο αίτημα σε μια υπηρεσία.
Κατανεμημένη επίθεση άρνησης υπηρεσίας που επιδιώκει να καταστήσει μια υπηρεσία μη διαθέσιμη μέσω μεγάλης ποσότητας κίνησης ή αιτημάτων.
Υποδομή ή κανάλι μέσω του οποίου επιτιθέμενοι μπορούν να επικοινωνούν με παραβιασμένα συστήματα και να τα ελέγχουν.
Ενημέρωση λογισμικού που διορθώνει ευπάθεια ή άλλο ζήτημα ασφάλειας.
Διαδικασία επαλήθευσης της ταυτότητας ενός χρήστη, συστήματος ή υπηρεσίας.
Διαδικασία καθορισμού του τι επιτρέπεται να κάνει μια ήδη ταυτοποιημένη οντότητα.