OSarena Τεχνολογικό Γλωσσάρι

Ανοιχτή τεχνολογική γνώση και ορολογία στα ελληνικά

Σχετικά με το γλωσσάρι: Ολοκληρωμένος οδηγός τεχνολογικής ορολογίας, διαμορφωμένος ειδικά για την κοινότητα του OSarena.
📥 Λήψη σελίδας για Offline 🏠 Επιστροφή στο OSarena

Κέλυφος, Εντολές & Σύστημα (CLI & Core)

Bash (Bourne Again SHell)

Το προεπιλεγμένο κέλυφος (shell) εντολών στα περισσότερα συστήματα Linux. Δέχεται εντολές από τον χρήστη και τις εκτελεί στο λειτουργικό σύστημα.

Terminal (Τερματικό)

Το περιβάλλον διεπαφής (CLI) όπου ο χρήστης πληκτρολογεί εντολές κειμένου για να αλληλεπιδράσει με το σύστημα.

Shell Script

Ένα αρχείο κειμένου που περιέχει μια σειρά από εντολές Bash, οι οποίες εκτελούνται διαδοχικά για την αυτοματοποίηση εργασιών.

Inode

Μια δομή δεδομένων στο σύστημα αρχείων Linux που αποθηκεύει όλες τις πληροφορίες για ένα αρχείο (δικαιώματα, ιδιοκτησία, μέγεθος), εκτός από το όνομα και τα περιεχόμενό του.

Systemd

Το βασικό σύστημα διαχείρισης υπηρεσιών (init system) και διεργασιών στα σύγχρονα Linux, υπεύθυνο για την εκκίνηση του συστήματος και τον έλεγχο των daemons.

Daemon (Δαίμονας)

Μια διεργασία που τρέχει στο παρασκήνιο χωρίς άμεση αλληλεπίδραση με τον χρήστη, εκτελώντας υπηρεσίες (π.χ. web servers, cron jobs).

Cron

Ο χρονοπρογραμματιστής εργασιών στο Linux, που εκτελεί αυτόματα εντολές ή scripts σε καθορισμένες χρονικές στιγμές.

Symlink (Συμβολικός Σύνδεσμος)

Ένα ειδικό αρχείο που λειτουργεί ως δείκτη/συντόμευση προς κάποιο άλλο αρχείο ή φάκελο στο σύστημα.

Environment Variable (Μεταβλητή Περιβάλλοντος)

Δυναμικές τιμές (όπως το $PATH) που αποθηκεύονται στο σύστημα και επηρεάζουν τη συμπεριφορά των προγραμμάτων στο τερματικό.

Stdout / Stderr

Το Standard Output (κανονική έξοδος δεδομένων) και Standard Error (έξοδος σφαλμάτων) μιας διεργασίας στο τερματικό.

sudo

Εντολή που επιτρέπει την εκτέλεση μιας εντολής με δικαιώματα άλλου χρήστη, συνήθως του root, σύμφωνα με τους κανόνες του συστήματος.

Root

Ο ειδικός λογαριασμός υπερχρήστη σε Unix/Linux με πλήρη δικαιώματα διαχείρισης του συστήματος.

chmod

Εντολή για την αλλαγή των δικαιωμάτων πρόσβασης σε αρχεία και καταλόγους.

chown

Εντολή για την αλλαγή ιδιοκτήτη και, προαιρετικά, ομάδας ενός αρχείου ή καταλόγου.

PATH

Μεταβλητή περιβάλλοντος που καθορίζει σε ποιους καταλόγους αναζητά το shell εκτελέσιμες εντολές.

Process (Διεργασία)

Ένα εκτελούμενο στιγμιότυπο προγράμματος με δικό του χώρο πόρων και κατάσταση στο λειτουργικό σύστημα.

PID

Αριθμητικό αναγνωριστικό που αποδίδεται σε μια διεργασία από το λειτουργικό σύστημα.

Service (Υπηρεσία)

Πρόγραμμα ή διεργασία που εκτελείται στο παρασκήνιο για να παρέχει συγκεκριμένη λειτουργία στο σύστημα ή στο δίκτυο.

Init

Ο μηχανισμός αρχικοποίησης που ξεκινά βασικές διεργασίες μετά την εκκίνηση του πυρήνα. Σε πολλά σύγχρονα Linux τον ρόλο αυτό έχει το systemd.

Kernel Module

Κομμάτι κώδικα που μπορεί να φορτωθεί ή να αφαιρεθεί δυναμικά από τον πυρήνα Linux, συχνά για οδηγούς υλικού ή πρόσθετη λειτουργικότητα.

System Call (Syscall)

Ελεγχόμενος μηχανισμός μέσω του οποίου ένα πρόγραμμα ζητά υπηρεσίες από τον πυρήνα, όπως πρόσβαση σε αρχεία ή διεργασίες.

TTY

Αφαίρεση/διεπαφή τερματικού στο Unix/Linux. Ο όρος χρησιμοποιείται και για τις εικονικές κονσόλες του συστήματος.

CLI (Command Line Interface)

Διεπαφή χρήστη βασισμένη σε εντολές κειμένου αντί για γραφικά στοιχεία.

GUI (Graphical User Interface)

Γραφική διεπαφή που επιτρέπει την αλληλεπίδραση με το σύστημα μέσω παραθύρων, μενού και άλλων οπτικών στοιχείων.

stdin / stdout / stderr

Τα τυπικά streams εισόδου, κανονικής εξόδου και σφαλμάτων ενός προγράμματος σε Unix-like συστήματα.

Pipe (|)

Μηχανισμός του shell που διοχετεύει την έξοδο μιας εντολής ως είσοδο στην επόμενη.

Redirection

Τεχνική του shell για την αλλαγή της πηγής ή του προορισμού των streams εισόδου/εξόδου, π.χ. με >, >> και <.

grep

Εργαλείο αναζήτησης κειμένου που εντοπίζει γραμμές οι οποίες ταιριάζουν με συγκεκριμένο μοτίβο.

sed

Επεξεργαστής ροής κειμένου για αναζήτηση, αντικατάσταση, διαγραφή και μετασχηματισμό γραμμών.

awk

Γλώσσα και εργαλείο επεξεργασίας δομημένου κειμένου, ιδιαίτερα χρήσιμο για δεδομένα σε στήλες.

curl

Εργαλείο γραμμής εντολών για μεταφορά δεδομένων μέσω HTTP, HTTPS και άλλων πρωτοκόλλων.

wget

Εργαλείο γραμμής εντολών για λήψη αρχείων και πόρων από το διαδίκτυο.

Δίκτυα & Υποδομές (Networking & Web)

Reverse Proxy (Αντίστροφος Διαμεσολαβητής)

Ένας διακομιστής (όπως ο Nginx) που δέχεται αιτήσεις από το διαδίκτυο και τις προωθεί σε εσωτερικές υπηρεσίες, κρύβοντας την πραγματική δομή του δικτύου.

Nginx

Ένας υψηλών επιδόσεων web server και reverse proxy, γνωστός για την ελαφρότητά του και τη διαχείριση ταυτόχρονων συνδέσεων.

DNS (Domain Name System)

Το σύστημα που μεταφράζει τα ονόματα τομέων (π.x. osarena.org) σε αριθμητικές διευθύνσεις IP.

IP Address (Διεύθυνση IP)

Μια αριθμητική διεύθυνση που χρησιμοποιείται για την αναγνώριση μιας διεπαφής σε ένα δίκτυο. Οι ιδιωτικές IP μπορούν να επαναχρησιμοποιούνται σε διαφορετικά τοπικά δίκτυα.

TLS (πρώην SSL)

Κρυπτογραφικό πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται για την προστασία της επικοινωνίας μεταξύ client και server. Το παλαιότερο SSL έχει αντικατασταθεί από το TLS και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.

Firewall (Τείχος Προστασίας)

Σύστημα ασφαλείας δικτύου που ελέγχει και φιλτράρει την εισερχόμενη και εξερχόμενη κίνηση βάσει προκαθορισμένων κανόνων.

Port (Θύρα)

Ένα λογικό σημείο επαφής στο δίκτυο (αριθμημένο από το 0 έως το 65535) που επιτρέπει την κυκλοφορία δεδομένων προς συγκεκριμένες υπηρεσίες (π.χ. 80 για HTTP, 443 για HTTPS).

SSH (Secure Shell)

Πρωτόκολλο απομακρυσμένης σύνδεσης και διαχείρισης διακομιστών με ασφαλή κρυπτογράφηση.

Loopback (localhost)

Η εσωτερική διεύθυνση δικτύου (127.0.0.1) με την οποία μια συσκευή επικοινωνεί με τον εαυτό της.

Packet (Πακέτο)

Η βασική μονάδα μετάδοσης δεδομένων σε ένα δίκτυο υπολογιστών.

Gateway (Πύλη Δικτύου)

Ένας κόμβος δικτύου που χρησιμεύει ως πέρασμα σε ένα άλλο δίκτυο, συνήθως συνδέοντας το τοπικό δίκτυο (LAN) με το διαδίκτυο (WAN).

Subnet Mask (Μάσκα Υποδικτύου)

Ένας αριθμητικός προσδιορισμός που χωρίζει μια διεύθυνση IP σε τμήματα δικτύου και υπολογιστή.

DHCP (Dynamic Host Configuration Protocol)

Πρωτόκολλο που αποδίδει αυτόματα διευθύνσεις IP και άλλες παραμέτρους δικτύου στις συσκευές.

NAT (Network Address Translation)

Τεχνική τροποποίησης των διευθύνσεων IP στα πακέτα δικτύου καθώς διασχίζουν έναν δρομολογητή, επιτρέποντας σε πολλές συσκευές να μοιράζονται μία δημόσια IP.

VPN Tunneling

Η διαδικασία ενθυλάκωσης δεδομένων δικτύου μέσα σε κρυπτογραφημένα πακέτα για ασφαλή μετάδοση μέσω δημόσιων δικτύων.

MAC Address

Η μοναδική φυσική διεύθυνση υλικού που είναι ενσωματωμένη σε κάθε κάρτα δικτύου (NIC).

ICMP (Internet Control Message Protocol)

Πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται για διαγνωστικά μηνύματα και αναφορά σφαλμάτων στο δίκτυο (όπως η εντολή ping).

TCP / UDP

Βασικά πρωτόκολλα μεταφοράς δεδομένων· το TCP εγγυάται την παράδοση των πακέτων με σειρά, ενώ το UDP είναι ταχύτερο αλλά χωρίς εγγύηση παράδοσης.

Load Balancer

Συστήματα ή λογισμικό που κατανέμουν την εισερχόμενη κίνηση σε πολλαπλούς διακομιστές για αποφυγή υπερφόρτωσης.

Reverse DNS (rDNS)

Η μέθοδος αντιστοίχισης μιας διεύθυνσης IP πίσω σε όνομα τομέα (domain name), συχνά χρησιμοποιούμενη για ελέγχους ασφαλείας.

IPv4

Η έκδοση 4 του Internet Protocol, με διευθύνσεις 32 bit, όπως 192.168.1.10.

IPv6

Η νεότερη έκδοση του Internet Protocol, με διευθύνσεις 128 bit, σχεδιασμένη μεταξύ άλλων για τον πολύ μεγαλύτερο χώρο διευθύνσεων.

HTTP

Πρωτόκολλο εφαρμογών που χρησιμοποιείται ευρέως για την ανταλλαγή πόρων στον Παγκόσμιο Ιστό.

HTTPS

HTTP πάνω από κρυπτογραφημένη σύνδεση TLS, ώστε η επικοινωνία να προστατεύεται από υποκλοπή και αλλοίωση κατά τη μεταφορά.

HTTP Status Code

Τριψήφιος κωδικός που δηλώνει το αποτέλεσμα ενός HTTP αιτήματος, όπως 200, 301, 404 ή 500.

URL

Διεύθυνση πόρου στο διαδίκτυο, η οποία περιγράφει πώς και πού μπορεί να προσπελαστεί ένας πόρος.

URI

Γενικός αναγνωριστής πόρου. Το URL αποτελεί συγκεκριμένη κατηγορία URI που περιγράφει και τρόπο πρόσβασης.

TLS Certificate

Ψηφιακό πιστοποιητικό που χρησιμοποιείται στο TLS για να συνδέσει μια ταυτότητα/όνομα με κρυπτογραφικά κλειδιά.

Certificate Authority (CA)

Αρχή έκδοσης πιστοποιητικών που εμπιστεύονται οι πελάτες ώστε να επαληθεύουν πιστοποιητικά TLS και άλλες ψηφιακές ταυτότητες.

CDN

Δίκτυο κατανεμημένων servers που παραδίδει περιεχόμενο από σημεία κοντά στους χρήστες, μειώνοντας συνήθως την καθυστέρηση και το φορτίο του origin server.

Proxy

Ενδιάμεσος server που δέχεται αιτήματα ενός client και τα προωθεί προς άλλον προορισμό.

DNS Resolver

Υπηρεσία που αναζητά και επιστρέφει DNS απαντήσεις για λογαριασμό ενός client.

DoH (DNS over HTTPS)

Μεταφορά DNS ερωτημάτων μέσα από HTTPS, ώστε η DNS κίνηση να προστατεύεται κατά τη μεταφορά από παρατήρηση στο δίκτυο.

DoT (DNS over TLS)

Μεταφορά DNS ερωτημάτων μέσα από TLS, παρέχοντας κρυπτογράφηση μεταξύ client και resolver.

LAN

Τοπικό δίκτυο που καλύπτει περιορισμένη γεωγραφική περιοχή, όπως ένα σπίτι ή ένα γραφείο.

WAN

Δίκτυο μεγάλης γεωγραφικής έκτασης που συνδέει διαφορετικά τοπικά ή απομακρυσμένα δίκτυα.

DHCP Lease

Η χρονικά περιορισμένη ανάθεση μιας διεύθυνσης και άλλων ρυθμίσεων δικτύου σε έναν client από DHCP server.

CIDR

Τρόπος γραφής δικτύων IP με πρόθεμα μήκους, όπως 192.168.1.0/24, αντί για κλασική αναπαράσταση subnet mask.

Bandwidth

Η θεωρητική ή διαθέσιμη χωρητικότητα μετάδοσης δεδομένων ενός καναλιού, συνήθως σε bit/s.

Latency

Ο χρόνος καθυστέρησης που απαιτείται για να μεταφερθεί ένα πακέτο ή να ολοκληρωθεί ένα αίτημα.

CGNAT

Τεχνική όπου πολλοί πελάτες ενός παρόχου μοιράζονται δημόσια IPv4 διεύθυνση μέσω NAT σε επίπεδο παρόχου.

Routing

Η διαδικασία επιλογής διαδρομής για τη μεταφορά πακέτων μεταξύ δικτύων.

Router

Συσκευή ή λογισμικό που προωθεί πακέτα μεταξύ διαφορετικών δικτύων με βάση πίνακες δρομολόγησης.

Ethernet

Οικογένεια τεχνολογιών ενσύρματης δικτύωσης που χρησιμοποιείται ευρέως σε τοπικά δίκτυα.

Switch

Συσκευή δικτύου που προωθεί πλαίσια μεταξύ θυρών ενός τοπικού δικτύου, συνήθως με βάση MAC addresses.

MTU

Μέγιστο μέγεθος πακέτου ή πλαισίου που μπορεί να μεταφερθεί σε μια συγκεκριμένη διεπαφή χωρίς κατακερματισμό στο αντίστοιχο επίπεδο.

Διαχείριση Πακέτων & Εφαρμογών (Packages & Software)

Package Manager (Διαχειριστής Πακέτων)

Εργαλείο (όπως το apt, pacman) για την αυτοματοποιημένη εγκατάσταση, αναβάθμιση και αφαίρεση λογισμικού.

Flatpak

Καθολικό σύστημα διανομής εφαρμογών για Linux που απομονώνει τα προγράμματα από το βασικό σύστημα μαζί με τις εξαρτήσεις τους (sandboxing).

AppImage

Ένα αυτόνομο συμπιεσμένο αρχείο εφαρμογής στο Linux που περιέχει τα πάντα και εκτελείται απευθείας χωρίς εγκατάσταση.

Repository (Αποθετήριο / Repo)

Λογικός αριθμός που προσδιορίζει ένα endpoint δικτύου σε έναν host. Χρησιμοποιείται μαζί με μια διεύθυνση IP ώστε να κατευθύνονται συνδέσεις προς συγκεκριμένες υπηρεσίες.

Dependencies (Εξαρτήσεις)

Βιβλιοθήκες ή άλλα προγράμματα που απαιτούνται απαραιτήτως για να λειτουργήσει μια εφαρμογή.

Source Code (Πηγαίος Κώδικας)

Ο ανθρώπος-αναγνώσιμος κώδικας ενός προγράμματος γραφμένος σε γλώσσα προγραμματισμού, πριν μεταγλωττιστεί.

Binary (Εκτελέσιμο)

Δεδομένα ή πρόγραμμα σε δυαδική μορφή, δηλαδή σε μορφή που δεν είναι απαραίτητα αναγνώσιμη από τον άνθρωπο. Ένα binary μπορεί να είναι εκτελέσιμο, βιβλιοθήκη, αρχείο δεδομένων ή άλλο δυαδικό αντικείμενο.

PPA (Personal Package Archive)

Εξωτερικά αποθετήρια λογισμικού που χρησιμοποιούνται κυρίως σε συστήματα βασισμένα σε Debian/Ubuntu για τη διάθεση ανεπίσημων ή νεότερων εκδόσεων εφαρμογών.

Snap

Σύστημα διαχείρισης πακέτων εφαρμογών απομονωμένου περιβάλλοντος (sandboxed) που αναπτύχθηκε από την Canonical.

Tarball

Ένα αρχείο αρχειοθέτησης (.tar ή .tar.gz) που χρησιμοποιείται ευρέως στο Linux για τη συγκέντρωση πολλών αρχείων σε ένα.

APT

Διαχειριστής πακέτων και εργαλείο διαχείρισης αποθετηρίων σε Debian και Ubuntu και παράγωγες διανομές.

DPKG

Χαμηλού επιπέδου εργαλείο διαχείρισης πακέτων .deb σε Debian-based συστήματα.

RPM

Μορφή πακέτων λογισμικού και εργαλείο οικοσυστήματος που χρησιμοποιείται από διανομές όπως Fedora και openSUSE.

DEB

Μορφή πακέτου λογισμικού που χρησιμοποιείται στο οικοσύστημα Debian και σε πολλές παράγωγες διανομές.

AUR

Αποθετήριο πακέτων που συντηρεί η κοινότητα του Arch Linux και περιέχει PKGBUILDs για αυτοματοποίηση κατασκευής πακέτων.

LTS (Long Term Support)

Έκδοση λογισμικού ή διανομής που υποστηρίζεται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από μια τυπική έκδοση.

Rolling Release

Μοντέλο ανάπτυξης όπου το σύστημα ενημερώνεται συνεχώς αντί να μεταβαίνει περιοδικά από μία μεγάλη έκδοση στην επόμενη.

Source Package

Πακέτο που περιέχει τον πηγαίο κώδικα και τα μεταδεδομένα/οδηγίες που απαιτούνται για την κατασκευή ενός binary package.

Ασφάλεια & Απόρρητο (Privacy & Security)

Zero-Tracking

Πολιτική πλήρους απουσίας τρίτων trackers, cookies ανάλυσης και εξωτερικών scripts για την απόλυτη προστασία του απορρήτου του επισκέπτη.

End-to-End Encryption (E2EE)

Μέθοδος ασφαλούς επικοινωνίας όπου μόνο τα εμπλεκόμενα μέρη μπορούν να διαβάσουν τα μηνύματα, αποτρέποντας την υποκλοπή από ενδιάμεσους διακομιστές.

Sandboxing

Τεχνολογία απομόνωσης εφαρμογών σε ένα ασφαλές, ελεγχόμενο περιβάλλον ώστε να μην έχουν πρόσβαση στα κρίσιμα αρχεία του υπόλοιπου συστήματος.

Metadata

Δεδομένα που περιγράφουν άλλα δεδομένα (π.χ. η τοποθεσία ή η ακριβής ώρα λήψης μιας φωτογραφίας), τα οποία συχνά αφαιρούνται για λόγους απορρήτου.

Open Source (Ανοιχτός Κώδικας)

Λογισμικό του οποίου ο πηγαίος κώδικας είναι ελεύθερα διαθέσιμος σε όλους για έλεγχο, τροποποίηση και βελτίωση.

Proprietary Software (Ιδιοταγές Λογισμικό)

Λογισμικό κλειστού κώδικα, του οποίου η χρήση, αντιγραφή και τροποποίηση περιορίζονται αυστηρά από τον δημιουργό.

Two-Factor Authentication (2FA)

Μηχανισμός επαλήθευσης ταυτότητας που απαιτεί δύο διαφορετικούς παράγοντες (π.χ. κωδικός πρόσβασης και κωδικός μιας χρήσης) για τη σύνδεση.

Hashing

Μαθηματική συνάρτηση που μετατρέπει δεδομένα οποιουδήποτε μεγέθους σε μια μοναδική συμβολοσειρά σταθερού μήκους (π.χ. SHA-256), χρήσιμη για τον έλεγχο ακεραιότητας αρχείων.

Tor (The Onion Router)

Δίκτυο ανώνυμης πλοήγησης που δρομολογεί την κίνηση μέσω πολλαπλών κρυπτογραφημένων κόμβων παγκοσμίως.

Anonymization

Η διαδικασία αφαίρεσης ή τροποποίησης στοιχείων ταυτοποίησης από δεδομένα, ώστε να μην μπορούν να συνδεθούν με συγκεκριμένο άτομο.

Tracker

Μηχανισμός ή υπηρεσία που συλλέγει δεδομένα σχετικά με τη δραστηριότητα ενός χρήστη, συσκευής ή προγράμματος.

Fingerprinting

Τεχνική αναγνώρισης ή συσχέτισης μιας συσκευής/φυλλομετρητή από χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος και της συμπεριφοράς του.

Telemetry

Αυτόματη συλλογή και αποστολή δεδομένων χρήσης, διάγνωσης ή λειτουργίας προς έναν πάροχο λογισμικού ή υπηρεσίας.

OPSEC

Σύνολο πρακτικών για τον περιορισμό της έκθεσης πληροφοριών που μπορούν να αποκαλύψουν ταυτότητα, υποδομή ή δραστηριότητα.

PGP / OpenPGP

Οικογένεια προτύπων και εργαλείων για κρυπτογράφηση και ψηφιακές υπογραφές, συνήθως με ζεύγη δημόσιου και ιδιωτικού κλειδιού.

GPG

Ελεύθερη υλοποίηση του OpenPGP για κρυπτογράφηση, ψηφιακές υπογραφές και διαχείριση κλειδιών.

Public Key

Κρυπτογραφικό κλειδί που μπορεί να διαμοιραστεί δημόσια και χρησιμοποιείται, ανάλογα με το σύστημα, για κρυπτογράφηση ή επαλήθευση υπογραφών.

Private Key

Κρυπτογραφικό κλειδί που πρέπει να παραμένει μυστικό και χρησιμοποιείται, ανάλογα με το σύστημα, για αποκρυπτογράφηση ή δημιουργία ψηφιακών υπογραφών.

Digital Signature

Κρυπτογραφική απόδειξη ότι ένα μήνυμα ή αρχείο υπογράφηκε με συγκεκριμένο ιδιωτικό κλειδί και δεν τροποποιήθηκε μετά την υπογραφή.

PKI

Υποδομή δημόσιου κλειδιού: σύνολο τεχνολογιών, ρόλων και διαδικασιών για τη διαχείριση πιστοποιητικών και κρυπτογραφικών κλειδιών.

Password Manager

Εφαρμογή που αποθηκεύει και διαχειρίζεται διαπιστευτήρια, συνήθως με κρυπτογραφημένη βάση δεδομένων.

MFA (Multi-Factor Authentication)

Έλεγχος ταυτότητας που απαιτεί περισσότερους από έναν παράγοντες, όπως κωδικό και φυσικό κλειδί ή εφαρμογή επιβεβαίωσης.

CVE

Κοινό σύστημα αναγνωριστικών για δημοσιευμένες ευπάθειες λογισμικού και υλικού.

CVSS

Σύστημα βαθμολόγησης της σοβαρότητας μιας ευπάθειας με βάση τεχνικά χαρακτηριστικά και επιπτώσεις.

Zero-Click Exploit

Εκμετάλλευση ευπάθειας που μπορεί να ενεργοποιηθεί χωρίς ο στόχος να χρειαστεί να κάνει κλικ ή άλλη εμφανή ενέργεια.

Spyware

Κακόβουλο λογισμικό σχεδιασμένο να παρακολουθεί, συλλέγει ή εξάγει πληροφορίες από μια συσκευή ή χρήστη χωρίς κατάλληλη συναίνεση.

Ransomware

Κακόβουλο λογισμικό που συνήθως κρυπτογραφεί ή καθιστά μη διαθέσιμα δεδομένα και απαιτεί λύτρα ή άλλη ενέργεια για την αποκατάσταση πρόσβασης.

Trojan

Κακόβουλο πρόγραμμα που παρουσιάζεται ή διανέμεται ως κάτι άλλο, ώστε να πείσει τον χρήστη να το εκτελέσει ή εγκαταστήσει.

Botnet

Σύνολο συσκευών που έχουν παραβιαστεί και ελέγχονται από κοινή υποδομή για αυτοματοποιημένες ενέργειες.

Υλικό & Συστήματα (Hardware & Systems)

Mini PC

Υπολογιστής μικρού συντελεστή μορφής (form factor) που προσφέρει πλήρη ισχύ γραφείου/διακομιστή καταλαμβάνοντας ελάχιστο χώρο (π.χ. HP ProDesk DM).

UPS (Uninterruptible Power Supply)

Συσκευή αδιάλειπτης παροχής ενέργειας που προστατεύει από διακοπές ρεύματος και υπερτάσεις, προσφέροντας χρόνο για ασφαλή τερματισμό.

Surge Protection (Προστασία Υπερτάσεων)

Μηχανισμός απορρόφησης αιχμών τάσης για την αποτροπή καταστροφής ευαίσθητων ηλεκτρονικών εξαρτημάτων.

RAM (Random Access Memory)

Η προσωρινή μνήμη ταχείας προσπέλασης του υπολογιστή όπου αποθηκεύονται τα δεδομένα των τρεχουσών διεργασιών.

SSD (Solid State Drive)

Μονάδα αποθήκευσης δεδομένων βασισμένη σε μνήμη flash, εξαιρετικά ταχύτερη από τους παραδοσιακούς μηχανικούς σκληρούς δίσκους (HDD).

CPU (Central Processing Unit)

Ο κεντρικός επεξεργαστής, ο "εγκέφαλος" του υπολογιστή που εκτελεί τις εντολές και τους υπολογισμούς.

GPU (Graphics Processing Unit)

Μονάδα επεξεργασίας γραφικών, σχεδιασμένη για την επιτάχυνση της απόδοσης εικόνων, βίντεο και παραλληλισμένων υπολογισμών (AI).

BIOS / UEFI

Το χαμηλού επιπέδου λογισμικό εκκίνησης (firmware) που προετοιμάζει το υλικό του υπολογιστή πριν φορτώσει το λειτουργικό σύστημα.

Kernel (Πυρήνας)

Το θεμελιώδες τμήμα ενός λειτουργικού συστήματος που διαχειρίζεται τους πόρους του υλικού και την επικοινωνία τους με το λογισμικό.

Peripherals (Περιφερειακά)

Εξωτερικές συσκευές συνδεδεμένες στον υπολογιστή (π.χ. πληκτρολόγιο, ποντίκι, οθόνη, εξωτερικοί δίσκοι).

SoC (System on Chip)

Ολοκληρωμένο κύκλωμα που ενσωματώνει σε ένα chip πολλαπλά υποσυστήματα, όπως CPU, GPU, memory controller και άλλες λειτουργίες.

ARM

Οικογένεια αρχιτεκτονικών επεξεργαστών που χρησιμοποιείται ευρέως σε κινητές συσκευές, embedded συστήματα και σύγχρονους υπολογιστές.

x86-64

64-bit αρχιτεκτονική επεξεργαστών συμβατή με το οικοσύστημα x86, ευρέως χρησιμοποιούμενη σε desktop και server συστήματα.

Firmware

Λογισμικό χαμηλού επιπέδου που είναι αποθηκευμένο σε συσκευή και ελέγχει βασικές λειτουργίες του υλικού.

UEFI

Σύγχρονο firmware interface που αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό το παραδοσιακό BIOS και αναλαμβάνει την αρχικοποίηση του συστήματος και τη διαδικασία boot.

Bootloader

Λογισμικό που εκκινεί τη διαδικασία φόρτωσης ενός λειτουργικού συστήματος ή πυρήνα.

GRUB

Δημοφιλής bootloader του οικοσυστήματος Linux, ικανός να εμφανίζει μενού εκκίνησης και να φορτώνει διαφορετικά λειτουργικά ή kernels.

Thermal Throttling

Αυτόματος περιορισμός της απόδοσης ενός επεξεργαστή ή άλλου εξαρτήματος όταν η θερμοκρασία ξεπερνά συγκεκριμένα όρια.

TDP

Τεχνική τιμή που σχετίζεται με τη θερμική σχεδίαση ενός επεξεργαστή ή chip και χρησιμοποιείται για τον σχεδιασμό ψύξης και τροφοδοσίας.

ECC Memory

Μνήμη που μπορεί να ανιχνεύει και, ανάλογα με την υλοποίηση, να διορθώνει ορισμένα σφάλματα δεδομένων.

NVMe

Πρωτόκολλο σχεδιασμένο για συσκευές αποθήκευσης που επικοινωνούν μέσω PCIe, προσφέροντας υψηλή απόδοση και χαμηλή καθυστέρηση.

Εργαλεία Ανάπτυξης & Web (Dev & Utilities)

Markdown

Ελαφριά γλώσσα σήμανσης με απλό κείμενο, η οποία μετατρέπεται εύκολα σε HTML για συγγραφή τεκμηρίωσης και ιστολογίων.

Flarum

Μοντέρνα, γρήγορη και ελαφριά πλατφόρμα φόρουμ ανοιχτού κώδικα βασισμένη σε PHP και JavaScript.

Git

Σύστημα κατανεμημένου ελέγχου εκδόσεων για την παρακολούθηση αλλαγών στον πηγαίο κώδικα κατά την ανάπτυξη λογισμικού.

Ollama

Εργαλείο εκτέλεσης και διαχείρισης μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης (LLMs) τοπικά στη συσκευή του χρήστη.

API (Application Programming Interface)

Σύνολο κανόνων και πρωτοκόλλων που επιτρέπουν σε διαφορετικές εφαρμογές λογισμικού να επικοινωνούν μεταξύ τους.

HTML / CSS / JavaScript

Οι βασικές τεχνολογίες του ιστού· η HTML δομεί τη σελίδα, η CSS ομορφαίνει την εμφάνιση και η JavaScript προσθέτει διαδραστικότητα.

JSON

Ελαφρύς τύπος ανταλλαγής δομημένων δεδομένων, ευανάγνωστος από ανθρώπους και μηχανές.

Localhost

Τοπικός εξυπηρετητής ανάπτυξης που χρησιμοποιείται για δοκιμές ιστοσελίδων και εφαρμογών απευθείας στον υπολογιστή του δημιουργού.

Web Scraping

Η αυτοματοποιημένη εξαγωγή δεδομένων από ιστοσελίδες με τη χρήση εξειδικευμένων προγραμμάτων ή scripts.

Container

Ελαφρύ, απομονωμένο περιβάλλον εκτέλεσης εφαρμογών που περιέχει ό,τι χρειάζεται το πρόγραμμα για να τρέξει απρόσκοπτα παντού.

Cookie

Μικρό δεδομένο που αποθηκεύεται από έναν ιστότοπο στον browser και μπορεί να χρησιμοποιείται για συνεδρίες, προτιμήσεις ή παρακολούθηση.

Session

Λογική περίοδος αλληλεπίδρασης ενός χρήστη με μια υπηρεσία, συχνά διατηρούμενη μέσω cookie ή token.

Cache

Αποθηκευμένη προσωρινή αντιγραφή δεδομένων που επιτρέπει ταχύτερη πρόσβαση όταν τα ίδια δεδομένα ζητηθούν ξανά.

Browser

Εφαρμογή που ανακτά και εμφανίζει πόρους του Παγκόσμιου Ιστού και εκτελεί κώδικα web, όπως HTML, CSS και JavaScript.

User-Agent

Τιμή HTTP header με πληροφορίες που δηλώνουν συνήθως το λογισμικό client, όπως browser και λειτουργικό σύστημα.

DOM

Δενδροειδής αναπαράσταση ενός εγγράφου HTML που χρησιμοποιείται από τον browser και τη JavaScript για ανάγνωση και τροποποίηση της σελίδας.

CORS

Μηχανισμός ασφαλείας των browsers που ελέγχει υπό ποιες προϋποθέσεις ένας origin μπορεί να ζητήσει πόρους από διαφορετικό origin.

CSP (Content Security Policy)

Μηχανισμός ασφαλείας μέσω HTTP headers που περιορίζει από ποιες πηγές επιτρέπεται να φορτώνεται ή να εκτελείται περιεχόμενο μιας ιστοσελίδας.

WebSocket

Πρωτόκολλο που επιτρέπει αμφίδρομη, επίμονη επικοινωνία μεταξύ browser και server πάνω από σύνδεση δικτύου.

REST

Αρχιτεκτονικό στυλ για υπηρεσίες web που βασίζεται σε πόρους και τυπικές HTTP μεθόδους.

HTTP Headers

Μεταδεδομένα που συνοδεύουν HTTP αιτήματα και απαντήσεις, μεταφέροντας πληροφορίες για caching, authentication, τύπους περιεχομένου και άλλες παραμέτρους.

robots.txt

Αρχείο που μπορεί να δηλώνει σε web crawlers ποιες διαδρομές ενός site επιθυμεί ο διαχειριστής να ανιχνεύονται ή να μην ανιχνεύονται. Δεν αποτελεί μηχανισμό ασφάλειας.

Sitemap

Αρχείο ή σύνολο αρχείων που περιγράφουν URL ενός ιστότοπου ώστε να διευκολύνεται η ανακάλυψη και ευρετηρίασή τους από crawlers.

Regex (Regular Expression)

Τυπική γλώσσα για την περιγραφή μοτίβων κειμένου, χρήσιμη σε αναζήτηση, φιλτράρισμα και μετασχηματισμό δεδομένων.

Git Repository

Αποθετήριο που περιέχει το ιστορικό και τις εκδόσεις ενός project που διαχειρίζεται το Git.

Branch

Παράλληλη γραμμή ανάπτυξης σε ένα σύστημα ελέγχου εκδόσεων, συνήθως στο Git.

Commit

Καταγεγραμμένη αλλαγή στο ιστορικό ενός Git repository, συνοδευόμενη από μήνυμα και μεταδεδομένα.

Merge

Διαδικασία συνδυασμού αλλαγών από διαφορετικά branches σε ένα κοινό ιστορικό.

Container Image

Αμετάβλητο πακέτο που περιέχει τα αρχεία και τις μεταδεδομένες ρυθμίσεις που απαιτούνται για τη δημιουργία ενός container.

Registry

Υπηρεσία αποθήκευσης και διανομής container images ή, σε άλλα οικοσυστήματα, πακέτων λογισμικού.

Αποθηκευτικά Μέσα & Δεδομένα (Storage & Data)

Backup (Αντίγραφο Ασφαλείας)

Διαδικασία δημιουργίας αντιγράφων κρίσιμων αρχείων σε ξεχωριστό αποθηκευτικό χώρο για την αποφυγή απώλειας σε περίπτωση βλάβης.

Rsync

Ισχυρό εργαλείο γραμμής εντολών στο Linux για γρήγορη και αποδοτική συγχρονισμένη αντιγραφή αρχείων τοπικά ή απομακρυσμένα.

File System (Σύστημα Αρχείων)

Η μέθοδος οργάνωσης, αποθήκευσης και διαχείρισης αρχείων και φακέλων σε μια μονάδα δίσκου (π.χ. Ext4, ZFS, NTFS).

Partition (Κατάτμηση)

Ο λογικός διαχωρισμός ενός φυσικού σκληρού δίσκου σε ανεξάρτητα τμήματα.

NAS (Network Attached Storage)

Συσκευή αποθήκευσης συνδεδεμένη στο τοπικό δίκτυο, προσβάσιμη από πολλαπλές συσκευές για κοινή χρήση αρχείων.

Mounting

Η διαδικασία προσάρτησης ενός αποθηκευτικού μέσου ή διαμερίσματος ώστε να γίνει προσβάσιμο από το δέντρο καταλόγων του λειτουργικού συστήματος.

Deinterlacing

Διαδικασία μετατροπής πλεγμένου βίντεο (interlaced) σε προοδευτικό (progressive) για καθαρότερη προβολή σε σύγχρονες οθόνες.

Compression (Συμπίεση)

Μείωση του μεγέθους των αρχείων με κωδικοποίηση της πληροφορίας, χωριζόμενη σε συμπίεση χωρίς απώλειες (lossless) και με απώλειες (lossy).

Bit-rate

Ο όγκος των δεδομένων που μεταδίδονται ανά μονάδα χρόνου σε αρχεία πολυμέσων ή συνδέσεις δικτύου.

RAID (Redundant Array of Independent Disks)

Τεχνολογία συνδυασμού πολλαπλών σκληρών δίσκων για βελτίωση ταχύτητας ή ασφάλειας δεδομένων έναντι βλαβών.

Filesystem Mount

Η διαδικασία με την οποία ένα filesystem συνδέεται σε συγκεκριμένο σημείο του directory tree και γίνεται προσβάσιμο.

fstab

Αρχείο ρυθμίσεων σε Unix/Linux που περιγράφει filesystems τα οποία μπορούν να προσαρτώνται αυτόματα.

UUID

Μοναδικό αναγνωριστικό που χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, για την αναφορά partitions και filesystems ανεξάρτητα από τη θέση του device name.

Journaling Filesystem

Filesystem που διατηρεί journal για ορισμένες αλλαγές μεταδεδομένων ή δεδομένων, βοηθώντας στην ταχύτερη αποκατάσταση μετά από διακοπή.

Ext4

Ευρέως χρησιμοποιούμενο filesystem στο Linux, με υποστήριξη journaling και χαρακτηριστικά για μεγάλα αρχεία και volumes.

ZFS

Σύστημα αρχείων και διαχειριστής storage με χαρακτηριστικά όπως checksumming, snapshots, pools και μηχανισμούς προστασίας ακεραιότητας.

Snapshot

Στιγμιότυπο της κατάστασης δεδομένων ή filesystem σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ανάλογα με την τεχνολογία υλοποίησης.

Checksum

Τιμή που υπολογίζεται από δεδομένα και χρησιμοποιείται για ανίχνευση αλλαγών ή σφαλμάτων κατά τη μεταφορά και αποθήκευση.

Object Storage

Μοντέλο αποθήκευσης όπου τα δεδομένα αποθηκεύονται ως αντικείμενα μαζί με μεταδεδομένα και αναγνωριστικά, αντί για κλασικό directory tree.

Cloud Computing & Virtualization

VPS (Virtual Private Server)

Ένας εικονικός ιδιωτικός διακομιστής που λειτουργεί πάνω σε φυσικό υλικό cloud, προσφέροντας αποκλειστικούς πόρους και πλήρη διαχειριστικό έλεγχο (root access).

Virtual Machine (Εικονική Μηχανή)

Προσομοίωση ενός πλήρους υπολογιστή μέσω λογισμικού (hypervisor) πάνω σε άλλο φυσικό σύστημα.

Docker

Δημοφιλής πλατφόρμα δημιουργίας και διαχείρισης ελαφρών containers για την απομονωμένη εκτέλεση εφαρμογών.

Hypervisor

Το λογισμικό ή υλικολογισμικό που δημιουργεί και διαχειρίζεται εικονικές μηχανές.

Cloud Storage

Υπηρεσία αποθήκευσης δεδομένων σε απομακρυσμένους διακομιστές στο διαδίκτυο, προσβάσιμη από οπουδήποτε.

SaaS (Software as a Service)

Μοντέλο διάθεσης λογισμικού μέσω διαδικτύου, συνήθως με συνδρομή, χωρίς ανάγκη τοπικής εγκατάστασης.

Infrastructure as a Service (IaaS)

Παροχή βασικών υποδομών πληροφορικής (διακομιστές, δίκτυα, αποθήκευση) κατά παραγγελία μέσω cloud.

Scalability (Επεκτασιμότητα)

Η ικανότητα ενός συστήματος να προσαρμόζει τους πόρους του ανάλογα με τον φόρτο εργασίας.

Migration (Μετανάστευση)

Η διαδικασία μεταφοράς δεδομένων, εφαρμογών ή ολόκληρων συστημάτων από μια υποδομή σε άλλη.

High Availability (Υψηλή Διαθεσιμότητα)

Αρχιτεκτονική συστημάτων σχεδιασμένη να παραμένει λειτουργική χωρίς διακοπές ακόμη και σε περίπτωση βλάβης.

KVM

Τεχνολογία εικονικοποίησης στον Linux kernel που επιτρέπει τη λειτουργία virtual machines με hardware-assisted virtualization.

QEMU

Emulator και virtualizer που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση και εικονικοποίηση διαφορετικών αρχιτεκτονικών και λειτουργικών συστημάτων.

Snapshot (VM)

Αποθηκευμένη κατάσταση μιας virtual machine σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, ανάλογα με το hypervisor και το storage backend.

Orchestration

Αυτοματοποιημένη διαχείριση πολλών containers, virtual machines ή υπηρεσιών, όπως ανάπτυξη, κλιμάκωση και αποκατάσταση.

Kubernetes

Πλατφόρμα orchestration για containers, σχεδιασμένη για αυτοματοποίηση ανάπτυξης, κλιμάκωσης και διαχείρισης εφαρμογών.

Blue-Green Deployment

Μοντέλο ανάπτυξης όπου διατηρούνται δύο περιβάλλοντα και η κίνηση μεταφέρεται από το ένα στο άλλο όταν η νέα έκδοση είναι έτοιμη.

Rollback

Επαναφορά εφαρμογής, συστήματος ή δεδομένων σε προηγούμενη γνωστή κατάσταση μετά από αποτυχημένη αλλαγή.

Διανομές Linux (Linux Distributions)

Linux Mint

Φιλική και σταθερή διανομή Linux με κύριες εκδόσεις βασισμένες στο Ubuntu και ξεχωριστή έκδοση LMDE βασισμένη στο Debian, σχεδιασμένη κυρίως για χρήση σε επιφάνεια εργασίας.

Cinnamon

Το προεπιλεγμένο, μοντέρνο και παραδοσιακό γραφικό περιβάλλον (desktop environment) του Linux Mint.

Debian

Ένα από τα παλαιότερα, πιο σταθερά και σεβαστά λειτουργικά συστήματα Linux που αποτελεί τη βάση πολλών άλλων διανομών.

Ubuntu

Δημοφιλής διανομή Linux γνωστή για την ευκολία χρήσης και την ευρεία υποστήριξη υλικού και λογισμικού.

Arch Linux

Μινιμαλιστική και ευέλικτη διανομή Linux σχεδιασμένη για προχωρημένους χρήστες, με μοντέλο συνεχών ενημερώσεων (rolling release).

Desktop Environment (DE)

Το γραφικό περιβάλλον (παράθυρα, πίνακες εφαρμογών, εικονίδια) που βλέπει και χρησιμοποιεί ο χρήστης στο λειτουργικό σύστημα.

Wayland / X11

Τα πρωτόκολλα διαχείρισης παραθύρων και απεικόνισης γραφικών (display servers) στο Linux.

POSIX

Οικογένεια προτύπων που εξασφαλίζει τη συμβατότητα μεταξύ διαφορετικών λειτουργικών συστημάτων (κυρίως Unix-like).

Unix

Το ιστορικό πολυχρηστικό λειτουργικό σύστημα από το οποίο προήλθαν τα περισσότερα σύγχρονα συστήματα τύπου Unix (Linux, macOS).

Dual Boot

Η εγκατάσταση δύο διαφορετικών λειτουργικών συστημάτων στον ίδιο υπολογιστή, με επιλογή ποιο θα ξεκινήσει κατά την εκκίνηση.

Distro (Distribution)

Πλήρης διανομή λειτουργικού Linux που συνδυάζει τον πυρήνα με εργαλεία, βιβλιοθήκες, package manager και προεπιλεγμένες ρυθμίσεις.

Debian-based

Διανομή ή σύστημα που χρησιμοποιεί το οικοσύστημα πακέτων και τις βασικές τεχνολογίες του Debian ή βασίζεται σε αυτό.

Ubuntu-based

Διανομή που χρησιμοποιεί το Ubuntu ως βάση ή ακολουθεί στενά το οικοσύστημα και τα repositories του.

RPM-based

Διανομή που χρησιμοποιεί το οικοσύστημα RPM για τη συσκευασία λογισμικού, όπως Fedora και συγγενείς διανομές.

Window Manager (WM)

Λογισμικό που διαχειρίζεται τη θέση, το μέγεθος και τη συμπεριφορά των παραθύρων σε ένα γραφικό περιβάλλον.

Kernel Version

Ο αριθμός έκδοσης του πυρήνα που χρησιμοποιεί ένα σύστημα και συνδέεται με χαρακτηριστικά, οδηγούς και διορθώσεις.

Upstream / Downstream

Upstream είναι το αρχικό project από το οποίο προέρχεται λογισμικό· downstream είναι μια διανομή ή project που το ενσωματώνει και το προσαρμόζει.

Λειτουργικά Συστήματα (Operating Systems)

Linux

Οικογένεια λειτουργικών συστημάτων ανοιχτού κώδικα βασισμένα στον ομώνυμο πυρήνα (Kernel), γνωστά για την ασφάλεια, τη σταθερότητα και τις πολλαπλές διανομές (Distros) τους.

Windows (Microsoft)

Proprietary λειτουργικό σύστημα της Microsoft, ευρέως διαδεδομένο σε προσωπικούς υπολογιστές (PCs) για οικιακή και επαγγελματική χρήση.

macOS

Το λειτουργικό σύστημα της Apple σχεδιασμένο αποκλειστικά για τους υπολογιστές Mac, βασισμένο σε Unix αρχιτεκτονική.

FreeBSD

Προηγμένο λειτουργικό σύστημα βασισμένο στο Berkeley Unix (BSD), προσφέροντας εξαιρετικές επιδόσεις σε δικτυακούς servers και προηγμένη σταθερότητα.

OpenBSD

Λειτουργικό σύστημα ανοιχτού κώδικα τύπου Unix, παγκοσμίως αναγνωρισμένο για την έμφαση στην προεπιλεγμένη ασφάλεια, την κρυπτογραφία και τον καθαρό κώδικα.

BSD (Berkeley Software Distribution)

Η ιστορική οικογένεια λειτουργικών συστημάτων Unix που αποτέλεσε τη βάση για σύγχρονα συστήματα όπως τα FreeBSD, OpenBSD και NetBSD.

Android

Λειτουργικό σύστημα κινητών συσκευών ανοιχτού κώδικα βασισμένο σε πυρήνα Linux, αναπτυσσόμενο κυρίως από την Google.

iOS

Το κλειστό λειτουργικό σύστημα κινητών συσκευών της Apple, σχεδιασμένο αποκλειστικά για τα iPhone.

Τεχνητή Νοημοσύνη & Machine Learning (AI & ML)

Artificial Intelligence (AI)

Ευρύς όρος για υπολογιστικά συστήματα που εκτελούν εργασίες οι οποίες συνδέονται με ανθρώπινες ικανότητες, όπως αντίληψη, πρόβλεψη, παραγωγή περιεχομένου ή λήψη αποφάσεων.

Machine Learning (ML)

Κλάδος της AI όπου μοντέλα μαθαίνουν μοτίβα από δεδομένα ώστε να κάνουν προβλέψεις ή να παράγουν αποτελέσματα χωρίς να έχουν όλες τις οδηγίες κωδικοποιημένες χειροκίνητα.

LLM (Large Language Model)

Μεγάλο γλωσσικό μοντέλο που έχει εκπαιδευτεί σε μεγάλες ποσότητες δεδομένων κειμένου και μπορεί να επεξεργάζεται και να παράγει φυσική γλώσσα.

SLM (Small Language Model)

Μικρότερο γλωσσικό μοντέλο με λιγότερες παραμέτρους και συνήθως χαμηλότερες απαιτήσεις σε πόρους, κατάλληλο για τοπική ή περιορισμένης κλίμακας inference.

Generative AI

Συστήματα AI που παράγουν νέο περιεχόμενο, όπως κείμενο, εικόνες, ήχο ή κώδικα, με βάση πρότυπα που έμαθαν κατά την εκπαίδευση.

Inference

Η διαδικασία κατά την οποία ένα εκπαιδευμένο μοντέλο χρησιμοποιείται για να παράγει πρόβλεψη ή απάντηση σε νέα είσοδο.

Training

Η διαδικασία προσαρμογής των παραμέτρων ενός μοντέλου με βάση δεδομένα και έναν στόχο εκπαίδευσης.

Model Parameters

Αριθμητικές τιμές που μαθαίνει ένα μοντέλο κατά την εκπαίδευση και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά του.

Token

Μονάδα στην οποία ένα γλωσσικό μοντέλο αναλύει κείμενο για επεξεργασία και παραγωγή. Δεν αντιστοιχεί απαραίτητα σε μία ολόκληρη λέξη.

Context Window

Το μέγιστο πλήθος tokens που μπορεί να λαμβάνει υπόψη ένα μοντέλο σε μια δεδομένη διαδικασία επεξεργασίας, ανάλογα με την υλοποίηση.

Embedding

Αριθμητική διανυσματική αναπαράσταση δεδομένων, όπως κειμένου, που επιτρέπει υπολογισμούς ομοιότητας και αναζήτηση με βάση το νόημα.

Quantization

Τεχνική μείωσης της ακρίβειας των αριθμητικών παραμέτρων ενός μοντέλου ώστε να μειωθούν μνήμη και υπολογιστικό κόστος.

GGUF

Μορφή αρχείου μοντέλων που χρησιμοποιείται ευρέως στο οικοσύστημα llama.cpp και για τοπική inference με quantized μοντέλα.

RAG (Retrieval-Augmented Generation)

Αρχιτεκτονική όπου το μοντέλο λαμβάνει σχετικά εξωτερικά δεδομένα μέσω ανάκτησης και τα χρησιμοποιεί κατά την παραγωγή απάντησης.

Prompt

Η είσοδος ή οδηγία που δίνεται σε ένα μοντέλο AI για να καθοδηγήσει την παραγωγή ή επεξεργασία αποτελέσματος.

Hallucination

Παραγόμενο αποτέλεσμα που παρουσιάζεται ως πληροφορία αλλά είναι λανθασμένο, ανυπόστατο ή δεν υποστηρίζεται από τα διαθέσιμα δεδομένα.

Local AI

Εκτέλεση μοντέλων AI τοπικά σε υπολογιστή ή δική μας υποδομή αντί να αποστέλλονται τα δεδομένα σε εξωτερική υπηρεσία για inference.

CPU Inference

Εκτέλεση ενός μοντέλου AI με τον επεξεργαστή του συστήματος, χωρίς απαραίτητη χρήση ειδικού accelerator.

GPU Inference

Εκτέλεση υπολογισμών AI στην GPU, αξιοποιώντας τον παραλληλισμό της για συχνά υψηλότερη ταχύτητα σε κατάλληλα workloads.

FOSS, Open Source & Άδειες Χρήσης

Free Software

Λογισμικό που παρέχει στον χρήστη τις βασικές ελευθερίες χρήσης, μελέτης, τροποποίησης και διανομής, σύμφωνα με την άδειά του.

Open Source

Μοντέλο ανάπτυξης και αδειοδότησης που επιτρέπει την πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα και την άσκηση δικαιωμάτων που ορίζει η συγκεκριμένη open-source license.

Copyleft

Μηχανισμός αδειοδότησης που επιτρέπει τροποποίηση και διανομή, αλλά υπό συγκεκριμένους όρους απαιτεί τη διατήρηση αντίστοιχων ελευθεριών σε παράγωγες διανομές.

Permissive License

Άδεια με σχετικά λίγους περιορισμούς, που επιτρέπει ευρεία επαναχρησιμοποίηση και συχνά ενσωμάτωση και σε proprietary έργα, ανάλογα με τους όρους της.

GPL

Copyleft άδεια ελεύθερου λογισμικού που επιτρέπει χρήση, μελέτη, τροποποίηση και διανομή υπό τους όρους της GPL.

LGPL

Άδεια της οικογένειας GPL σχεδιασμένη ώστε βιβλιοθήκες να μπορούν, υπό συγκεκριμένους όρους, να συνδέονται και με λογισμικό διαφορετικής άδειας.

MIT License

Σύντομη permissive άδεια που επιτρέπει ευρεία χρήση, τροποποίηση και διανομή, με βασικές υποχρεώσεις διατήρησης της άδειας και της σχετικής δήλωσης copyright.

Apache License 2.0

Permissive άδεια λογισμικού με σαφείς όρους σχετικά με copyright και πατέντες, επιτρέποντας ευρεία επαναχρησιμοποίηση.

BSD License

Οικογένεια permissive αδειών ελεύθερου/ανοιχτού λογισμικού με λίγους περιορισμούς στη χρήση και διανομή.

Source-Available

Περιγραφή λογισμικού του οποίου ο πηγαίος κώδικας είναι διαθέσιμος για ανάγνωση, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι η άδεια πληροί τον ορισμό του Open Source.

Public Domain

Έργο για το οποίο δεν εφαρμόζονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στην αντίστοιχη δικαιοδοσία ή έχουν παραιτηθεί/λήξει σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

Fork

Νέο project που ξεκινά από τον κώδικα ενός υπάρχοντος project και συνεχίζει με ανεξάρτητη ανάπτυξη.

Maintainer

Άτομο ή ομάδα που έχει την ευθύνη συντήρησης, ελέγχου αλλαγών, releases ή γενικής κατεύθυνσης ενός open-source project.

Contributor

Άτομο που συνεισφέρει κώδικα, τεκμηρίωση, μεταφράσεις, αναφορές σφαλμάτων ή άλλες αλλαγές σε ένα project.

Upstream Project

Το αρχικό project που αποτελεί την κύρια πηγή κώδικα ή ανάπτυξης για downstream projects και διανομές.

Γλώσσες Προγραμματισμού (Programming Languages)

Python

Δημοφιλής, ευανάγνωστη γλώσσα προγραμματισμού υψηλού επιπέδου, ιδανική για αυτοματισμούς, ανάπτυξη εφαρμογών και τεχνητή νοημοσύνη.

JavaScript

Η γλώσσα προγραμματισμού που τρέχει στους φυλλομετρητές και δίνει δυναμική συμπεριφορά στις ιστοσελίδες.

PHP

Γλώσσα σεναρίων ευρέως διαδεδομένη για ανάπτυξη δυναμικών ιστοσελίδων και συστημάτων διαχείρισης περιεχομένου (CMS).

C / C++

Ισχυρές γλώσσες χαμηλού/μεσαίου επιπέδου για γρήγορη ανάπτυξη συστημάτων, προγραμμάτων οδήγησης και παιχνιδιών.

SQL

Γλώσσα ερωτημάτων για τη διαχείριση και ανάκτηση δεδομένων σε σχεσιακές βάσεις δεδομένων.

Compiler (Μεταγλωττιστής)

Πρόγραμμα που μεταφράζει τον πηγαίο κώδικα μιας γλώσσας σε εκτελέσιμο δυαδικό κώδικα μηχανής.

Interpreter (Δερμηνευτής)

Πρόγραμμα που διαβάζει και εκτελεί κώδικα γραμμένο σε γλώσσα προγραμματισμού γραμμή-γραμμή σε πραγματικό χρόνο.

Variable (Μεταβλητή)

Ονομασμένος χώρος στη μνήμη του υπολογιστή για την αποθήκευση δεδομένων κατά την εκτέλεση ενός προγράμματος.

Function (Συνάρτηση)

Τμήμα κώδικα που εκτελεί μια συγκεκριμένη εργασία και μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί όσες φορές χρειαστεί.

Debugging (Εντοπισμός Σφαλμάτων)

Η διαδικασία ανίχνευσης, ανάλυσης και διόρθωσης σφαλμάτων (bugs) στον κώδικα ενός προγράμματος.

Library (Βιβλιοθήκη)

Επαναχρησιμοποιήσιμος κώδικας που παρέχει λειτουργίες σε άλλα προγράμματα χωρίς να αποτελεί απαραίτητα αυτόνομη εφαρμογή.

Framework

Σύνολο δομών, βιβλιοθηκών και συμβάσεων που παρέχει ένα πλαίσιο πάνω στο οποίο αναπτύσσονται εφαρμογές.

Runtime

Το περιβάλλον λογισμικού που απαιτείται για την εκτέλεση ενός προγράμματος, όπως ο runtime μιας γλώσσας ή πλατφόρμας.

Package Dependency

Λογισμικό ή βιβλιοθήκη που απαιτείται από ένα άλλο πακέτο για να εγκατασταθεί ή να λειτουργήσει σωστά.

API Endpoint

Συγκεκριμένο σημείο πρόσβασης μιας API, συνήθως ένα URL ή route που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη λειτουργία ή πόρο.

SQL Query

Εντολή στη γλώσσα SQL για ανάγνωση, εισαγωγή, ενημέρωση ή διαγραφή δεδομένων σε σχεσιακή βάση.

Database

Σύστημα οργανωμένης αποθήκευσης και ανάκτησης δεδομένων μέσω καθορισμένου μοντέλου και μηχανισμών διαχείρισης.

Debugging

Διαδικασία εντοπισμού και διόρθωσης σφαλμάτων στη λειτουργία ενός προγράμματος.

Unit Test

Αυτοματοποιημένος έλεγχος μιας μικρής και συγκεκριμένης μονάδας κώδικα, όπως μιας συνάρτησης.

Hacking & Security

Penetration Testing (Pentest)

Ελεγχόμενη διαδικασία προσομοίωσης επίθεσης σε σύστημα ή δίκτυο για τον εντοπισμό ευπαθειών ασφαλείας προτού εκμεταλλευτούν από κακόβουλους χρήστες.

Vulnerability (Ευπάθεια)

Ένα κενό ασφαλείας ή σφάλμα στον σχεδιασμό/κώδικα λογισμικού που επιτρέπει σε εισβολέων να παρακάμψουν τους ελέγχους ασφαλείας.

Exploit

Κώδικας ή μέθοδος που εκμεταλλεύεται μια συγκεκριμένη ευπάθεια για να αποκτήσει μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση.

Malware

Γενικός όρος για κακόβουλο λογισμικό (ιούς, trojans, ransomware, spyware) σχεδιασμένο να προκαλέσει ζημιά ή υποκλοπή δεδομένων.

Phishing

Τεχνική κοινωνικής μηχανικής όπου οι επιθέσεις εξαπατούν τους χρήστες ώστε να αποκαλύψουν ευαίσθητα στοιχεία (κωδικούς, κάρτες).

Brute-force Attack

Μέθοδος επίθεσης με δοκιμή όλων των πιθανών συνδυασμών κωδικών πρόσβασης μέχρι να βρεθεί ο σωστός.

Zero-Day Vulnerability

Ευπάθεια λογισμικού που είναι άγνωστη στους δημιουργούς του και για την οποία δεν υπάρχει ακόμα διαθέσιμη διόρθωση (patch).

Social Engineering (Κοινωνική Μηχανική)

Η τέχνη της χειραγώγησης ανθρώπων ώστε να αποκαλύψουν εμπιστευτικές πληροφορίες ή να παραβιάσουν πρωτόκολλα ασφαλείας.

Packet Sniffing

Η υποκλοπή και ανάλυση δεδομένων που διακινούνται μέσα σε ένα δίκτυο, συχνά χρησιμοποιούμενη για διαγνωστικούς σκοπούς ή παράνομα.

Rootkit

Σύνολο κακόβουλου λογισμικού που αποκτά προνόμια διαχειριστή (root) σε ένα σύστημα και κρύβεται βαθιά μέσα του για να μην εντοπιστεί.

Threat Model

Δομημένη ανάλυση του τι προστατεύουμε, από ποιους απειλείται, ποιες δυνατότητες έχει ο αντίπαλος και ποιοι είναι οι αποδεκτοί κίνδυνοι.

Attack Surface

Το σύνολο των σημείων όπου ένα σύστημα μπορεί να εκτεθεί σε επίθεση ή μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση.

Hardening

Διαδικασία μείωσης της επιφάνειας επίθεσης και βελτίωσης της ασφάλειας ενός συστήματος μέσω ρυθμίσεων, ενημερώσεων και περιορισμού υπηρεσιών.

Privilege Escalation

Εκμετάλλευση αδυναμίας ή λανθασμένης ρύθμισης ώστε ένας χρήστης ή διεργασία να αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα από τα προβλεπόμενα.

Command Injection

Κατηγορία ευπάθειας όπου μη αξιόπιστη είσοδος επηρεάζει την εκτέλεση εντολών στο λειτουργικό σύστημα.

SQL Injection

Ευπάθεια όπου μη ασφαλής διαχείριση εισόδου επιτρέπει την τροποποίηση SQL ερωτημάτων με μη εξουσιοδοτημένο τρόπο.

XSS (Cross-Site Scripting)

Ευπάθεια web όπου μη αξιόπιστο περιεχόμενο μπορεί να εκτελεστεί ως script στο browser άλλου χρήστη.

CSRF

Επίθεση όπου ένας χρήστης με ενεργή συνεδρία παρασύρεται ώστε ο browser του να στείλει ανεπιθύμητο αίτημα σε μια υπηρεσία.

DDoS

Κατανεμημένη επίθεση άρνησης υπηρεσίας που επιδιώκει να καταστήσει μια υπηρεσία μη διαθέσιμη μέσω μεγάλης ποσότητας κίνησης ή αιτημάτων.

C2 (Command and Control)

Υποδομή ή κανάλι μέσω του οποίου επιτιθέμενοι μπορούν να επικοινωνούν με παραβιασμένα συστήματα και να τα ελέγχουν.

Security Patch

Ενημέρωση λογισμικού που διορθώνει ευπάθεια ή άλλο ζήτημα ασφάλειας.

Authentication

Διαδικασία επαλήθευσης της ταυτότητας ενός χρήστη, συστήματος ή υπηρεσίας.

Authorization

Διαδικασία καθορισμού του τι επιτρέπεται να κάνει μια ήδη ταυτοποιημένη οντότητα.